~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
* από το 1988 * Είκοσι και εννέα (29) xρόνια στο χώρο των εκδόσεων * στηρίζουμε τους δημιουργούς... και είμαστε δίπλα στους ανα-Γνώστες με αγάπη και σεβασμό στο βιβλίο.............. τηλ. επικοινωνίας: 210-8656.731 & email: yfosmagazine@gmail.com
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~


"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΪΒΑΛΗ {από το 1988]

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΪΒΑΛΗ {από το 1988]
για επικοινωνία στα τηλ.: 22940 99125 & 210 8656.731 [καθημερινά 9.00 π.μ. με 9.00 μ.μ.] email:panosaivalis@gmail.com

Κάνουμε τις αγορές μας από τα καταστήματα της γειτονιάς μας

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

H αισθητική και ιστορική θεώρηση του Κ.Θ. Δημαρά

.
Photo Copyright - ΕΝΤΥΠΟ ΑΡΧΕΙΟ ΑΥΓΗΣ

Ακάματος επιφυλλιδογράφος, ο Κ.Θ. Δημαράς τίμησε όσο λίγοι το απαιτητικό αυτό είδος γραφής. Η "Εργογραφία" του, την οποία μας κληροδότησε ο Φίλιππος Ηλιού, αριθμεί πάνω από 2.000 επιφυλλίδες στον ημερήσιο αθηναϊκό Τύπο. Από τις στήλες της Πρωίας και της Πολιτείας στην αρχή (1931-1932) και ιδίως αργότερα του Ελευθέρου Βήματος (1936-1944) και του Βήματος(1945-1991), ο Δημαράς παρεμβαίνει σταθερά στον δημόσιο πνευματικό διάλογο. Με όχημα την εφημερίδα, αποσκοπεί να διαπλάσει, πέρα από το συνάφι των ειδικών, το ευρύτερο καλλιεργημένο κοινό.
Σημαντικό δείγμα του ευρύτατου επιφυλλιδογραφικού του έργου συναντούμε στην επιλογή των 301 κειμένων του Κ. Θ. Δημαρά που συγκεντρώνονται στο δίτομο έργο Σύμμικτα Δ' "Λόγια περί μεθόδου", που μόλις κυκλοφόρησε από το Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού» του Μουσείου Μπενάκη και το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, του οποίου την εισαγωγή και την επιμέλεια υπογράφει η Πόπη Πολέμη.
Επιλεγμένες από τον αείμνηστο Φίλιππο Ηλιού οι συγκεκριμένες επιφυλλίδες, καλύπτουν σχεδόν όλο το διάστημα της πνευματικής δραστηριότητας του Δημαρά, από το 1931 έως το 1989, προσφέροντας την ευκαιρία να διερευνηθεί η μακρά και πυκνή διαδρομή του συντάκτη τους. Μπορεί πράγματι κανείς, ξεφυλλίζοντας τους τόμους αυτούς, να παρακολουθήσει τον βηματισμό από τον ιδανισμό, τον ευσεβισμό και τον χριστιανικό κοινωνισμό στη λογοκρατία, τον επιστημονισμό και τον φιλοσοφημένο αγνωστικισμό. Εξάλλου, κριτικός της λογοτεχνίας στην αρχή, ο Δημαράς γλιστρά σταδιακά από την αισθητική θεώρηση στην ιστορική. Και βέβαια από τη λογοτεχνία περνάει διαδοχικά στη μελέτη της ιστορίας της λογοτεχνίας, στην ιστορία των γραμμάτων και από εκεί στην ιστορία των ιδεών. Πλάι στις μετατοπίσεις, στις έξι δεκαετίες που καλύπτουν αυτοί οι δύο τόμοι μπορεί επίσης κανείς να διαγνώσει κάποιες σταθερές: υψηλή συνείδηση του ρόλου του διανοουμένου, αποφυγή προσωπικών αντεγκλήσεων, πίστη στην αγωγή.

Μια «χαμένη» γενιά λογοτεχνών αναζητά εκδότη


Γράφει ο Αλέξανδρος Κεφαλάς*

Ακούμε συχνά, πως η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει βαθιά τον ήδη πολύπαθο χώρο των ελληνικών γραμμάτων, αλλά στις μέρες μας, μαζί με την αποδόμηση ενός ολόκληρου σαθρού κράτους, έχουμε θυσιάσει στο βωμό της ύφεσης μια ολόκληρη γενιά νέων λογοτεχνών που μάταια αναζητά να επικοινωνήσει με το αναγνωστικό της κοινό.

Την τελευταία δεκαετία, άξιοι πρωτοεμφανιζόμενοι και μη λογοτέχνες, πολύ πριν σκάσει η μεταπολιτευτική φούσκα, αντιμετωπίζονται με αδιαφορία κι ενίοτε με αγένεια από το σύνολο του λεγόμενου εκδοτικού συστήματος (εκδότες, βιβλιοκριτικούς, περιοδικό τύπο, έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, βιβλιοπωλεία κλπ). Εκδοτικοί οίκοι, χωρίς καν να μπουν στο κόπο να διαβάσουν τη νέα αυτή σοδειά πνευματικής δημιουργίας (και δε πρέπει να ξεχνάμε πως οι κρίσεις συνήθως ευνοούν τη δημιουργία…), είτε στέλνουν ψυχρές απαντητικές επιστολές του τύπου: «Σας ευχαριστούμε για την πρότασή σας. Δυστυχώς, ο εκδοτικός μας προγραμματισμός είναι πλήρης και δεν μπορούμε να την εντάξουμε σε αυτόν.», είτε αγνοούν τελείως τους νέους συγγραφείς. Με λύπη διαπιστώνω πως απουσιάζει πλέον η στοιχειώδης επαγγελματική ευγένεια ανάμεσα σε δημιουργό και εκδότη. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις που ενσκήπτουν στο έργο που πέφτει στα χέρια τους αλλά αδυνατούν να το εκδώσουν λόγω οικονομικών δυσχερειών. Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούς από καθιερωμένους εκδότες του χώρου λόγια όπως: «Δεν χρειάζεται να σας μιλήσω για την αναμενόμενη εμπορική απήχηση των ποιοτικών κειμένων σας σε μια εποχή που η πραγματική λογοτεχνία έχει από χρόνια εξοστρακισθεί και που κυριαρχούν οι εντυπωσιακές πωλήσεις «μυθιστορημάτων» από γυναίκες και για γυναίκες, τα οποία αποτελούν ογκώδη και ελληνοποιημένη εκδοχή των παλαιότερων ‘Άρλεκιν’. Πολύ δε περισσότερο που, για αιτίες που σίγουρα γνωρίζετε, το πνευματικό επίπεδο του σύγχρονου αναγνώστη έχει κατεβεί δραματικά. Βέβαια, πάντα υπάρχει το καλό κοινό που ξέρει να επιλέγει. Αν είμαστε σε άλλες εποχές θα είχαμε κάθε λόγο να το περιλάβουμε στις εκδόσεις του οίκου μας, πλην όμως, αυτόν τον καιρό, λόγω των γνωστών σε όλους μας οικονομικών συνθηκών δεν έχουμε τη δυνατότητα.»
Συνεπώς η καλή ή πρωτοπόρα λογοτεχνία και οι δημιουργοί της, που δεν είχαν την τύχη να μεγαλουργήσουν σε εποχές παχιών αγελάδων, περιθωριοποιείται χάριν της εύπεπτης λογοτεχνίας παραλίας και των επανεκδόσεων παλαιότερων καθιερωμένων συγγραφέων. Δεν είναι τυχαίο πως οι Έλληνες λογοτέχνες των δεκαετιών ’80, 90 έως και 2000 περίπου έχουν οι περισσότεροι ένα πλούσιο βιογραφικό να επιδείξουν αφού ανά έτος ή πολύ κοντά χρονικά οτιδήποτε έγραφαν εκδιδόταν με ευκολία. Δεν έχει κάποιος παρά να ανατρέξει στις βιογραφίες της ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ για του λόγου το αληθές. Οι νέοι λογοτέχνες, από την άλλη, ανεξάρτητα από την ποιότητα της δουλειάς τους πολλές φορές αναγκάζονται να αφήσουν για χρόνια στο συρτάρι τα έργα τους αφού το τείχος των εκδοτικών είναι απροσπέλαστο. Αλλά ακόμα κι αν καταφέρουν μετά κόπων και βασάνων να το περάσουν κι αυτό έχουν να συναντήσουν αρκετούς σκοπέλους μπροστά τους. Η χαρά μιας έκδοσης έχει δυστυχώς αντικατασταθεί με το άγχος μιας αμφίβολης και δύσκολης συνεργασίας. Ανέκαθεν ο λογοτέχνης ήταν ο «ριγμένος» της υπόθεσης (χαμηλά ποσοστά επί των πωλήσεων κλπ) αλλά σήμερα πολύ περισσότερο μια έκδοση ενέχει τον κίνδυνο μεγάλης οικονομικής στήριξης με ελάχιστα κέρδη, όχι πλέον από τον εκδότη, αλλά από τον ίδιο το λογοτέχνη. Φυσικά, όλοι οι τομείς της καλλιτεχνικής δημιουργίας, έχουν μπει στην ίδια λογική. Για παράδειγμα, οι σύγχρονες γκαλερί ζητάνε ποσά ενοικίασης από τους καλλιτέχνες προκειμένου να προβάλλουν στις αίθουσες τους τη δουλειά τους, και σχεδόν πάντα παίρνουν και κάποιο ποσοστό επί των πωλήσεων. Δυστυχώς, δεν απέχει και πολύ το σύγχρονο ελληνικό βιβλίο από αυτές τις «μεθόδους».
Οι εκδοτικοί οίκοι ήταν και είναι επιχειρήσεις, πρωτίστως, δεν το ξεχνάμε. Απλώς, στις μέρες μας, έχουν πετάξει το προσωπείο των πυλώνων πολιτισμού, που κάποτε φόραγαν. Δεν είναι τυχαίο πως αρκετοί απορρίπτουν εκ των προτέρων συγκεκριμένα «μη εμπορικά» είδη (όπως η ποίηση, το θέατρο, το δοκίμιο κλπ). Άλλοι πάλι στις επίσημες ιστοσελίδες τους ζητάνε (άκουσον άκουσον) συγκεκριμένο αριθμό λέξεων… Έτσι οι μεγάλοι και κραταιοί εκδότες, προσπαθώντας, να επιβιώσουν έχουν γίνει υπέρ το δέον επιλεκτικοί προωθώντας συγκεκριμένα «ονόματα» για τη σίγουρη εμπορική τους επιτυχία, ενώ οι πιο μικροί δρουν πλέον απροκάλυπτα ως τυπογραφεία ζητώντας από τη νέα γενιά λογοτεχνών που θέλει να δει το έργο της τυπωμένο υπέρογκα ποσά (της τάξεως των 2,000 ευρώ και περισσότερο ανάλογα με το τιράζ) χωρίς έπειτα να προβάλλον ανάλογα τα βιβλία τους. Η συμμετοχή του λογοτέχνη στο κόστος της έκδοσης, η λεγόμενη συνέκδοση ή αυτοέκδοση (o tempora o mores…), είναι «τακτική» συνηθισμένη πλέον. Πολλοί είναι οι νέοι δημιουργοί που πιστεύουν πως με αυτό τον τρόπο θα κερδίσουν μια θέση στα ελληνικά γράμματα και καταφεύγουν σε αυτή τη λύση, αλλά πλανώνται πλάνην οικτράν. Σπάνια τα βιβλία τους μπαίνουν στις προθήκες των μεγάλων βιβλιοπωλείων, που ας μη γελιόμαστε είναι οι βασικές κοιτίδες επαφής με το αναγνωστικό κοινό. Επίσης το σύνολο των εφημερίδων και των έντυπων ευρείας κυκλοφορίας αγνοεί επιδεικτικά τα δελτία τύπου, ενώ οι βιβλιοκριτικοί δεν στέλνουν καν μια ευχαριστήρια απαντητική επιστολή για τις νέες κυκλοφορίες που έρχονται στα χέρια τους μέσω των μικρών αυτών εκδοτικών. Παντελής αδιαφορία από τα μέσα και μηδαμινή «επικοινωνία» του βιβλίου με το κοινό είναι το τελικό αποτέλεσμα μίας συνέκδοσης στις περισσότερες των περιπτώσεων.

Φυσικά το καλό βιβλίο, θα πουν ορισμένοι, δε χρειάζεται προβολή, βρίσκει το δρόμο του και δε θα διαφωνήσω. Με τον όρο όμως να έχει ίσες ευκαιρίες στις διόδους επαφής, δηλαδή τα βιβλιοπωλεία και κυρίως τις μεγάλες αλυσίδες. Επίσης, οι εκδότες δεν πρέπει να ξεχνάνε πως απαξιώνοντας μία ολόκληρη γενιά νέων λογοτεχνών είναι μία τακτική που μελλοντικά ίσως γυρίσει εναντίον τους. Αν δε σπείρεις δε θα θερίσεις δε λέει ο πάνσοφος λαός; 

________________
* Ο Αλέξανδρος Κεφαλάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Είναι απόφοιτος του Αμερικάνικου Κολλεγίου της Ελλάδας στον τομέα της Ιστορίας της Τέχνης. Έχει εργασθεί ως επιμελητής εκθέσεων, ενώ ασχολήθηκε και με τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης. Το πρώτο του μυθιστόρημα Η Αγγλίδα Κυρία κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Διόπτρα. Από τις εκδόσεις Άπαρσις κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του Επικίνδυνες Συνδέσεις 2011και Ιερό Πάθος 2013.

http://freepen.gr/2013/

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ - «Ένα τριαντάφυλλο για την αγάπη, ένα βιβλίο για πάντα»,

Στις 23 Απριλίου 1616 έφυγαν από τη ζωή δύο μεγάλα ονόματα των γραμμάτων: ο ισπανός συγγραφέας του Δον Κιχώτη Μιγκέλ Ντε Θερβάντες και ο άγγλος δραματουργός Γουίλιαμ Σέξπιρ. Με αφορμή το διπλό αυτό γεγονός, η UNESCO έχει καθιερώσει την 23η Απριλίου ως την Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου.
Στην Καταλονία, την ημέρα αυτή εορτάζεται η Μέρα των Βιβλίων και των Ρόδων, μία τοπική παραλλαγή της Γιορτής του Αγίου Βαλεντίνου, που συνδυάζεται με την εορτή του προστάτη της περιοχής, Αγίου Γεωργίου. Με το σύνθημα «Ένα τριαντάφυλλο για την αγάπη, ένα βιβλίο για πάντα», ο άνδρας θα χαρίσει στην αγαπημένη του ένα τριαντάφυλλο κι αυτή θα του το ανταποδώσει με ένα βιβλίο.
Στο επίκεντρο των εκδηλώσεων, ο περίφημος δρόμος της Βαρκελώνης «Λα Ράμπλα», η πιο ζωντανή γωνιά της πόλης, «ο μόνος δρόμος, που δεν ήθελα να τελείωνε ποτέ», όπως είχε πει κάποτε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκτιμάται ότι μόνο την ημέρα αυτή διακινούνται στην Βαρκελώνη 500.000 βιβλία και 4 εκατομμύρια τριαντάφυλλα.

_______________________

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Το επόμενο βήμα του Γουτεμβέργιου


gutenberg_509135Της Νέλλης Βουτσινά
«Οι αλλαγές στο μέσο διάδοσης της γνώσης σηματοδοτούσαν πάντοτε βαθύτερες μεταβολές στον τρόπο αντίληψης του κόσμου, στο βαθμό συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι και κυρίως στον αυτοπροσδιορισμό μας».
Τους τελευταίους πέντε αιώνες, από την επανάσταση του Γουτεμβέργιου και μετά, η αδιαμφισβήτητη αλήθεια αυτής τη διαπίστωσης επαναεπιβεβαιώνεται, διατρέχοντας και ορίζοντας την ιστορία και του πνεύματος, άρα και των κοσμοαντιλήψεων και των πολιτισμικών και κοινωνικών διεργασιών. Η εποχή μας εξάλλου, κατά συνέπεια, κι εμείς είμαστε προνομιούχοι παρατηρητές, εξερευνητές και μάρτυρες της αλήθειας αυτής, καθώς είμαστε οι πρώτοι που εισήλθαν, με χαρά και με το δεξί, στη μεγάλη και υπέροχη αυτή Κοινωνία της Πληροφορίας. Το ότι συντελείται μπροστά στα μάτια μας, στα μυαλά και στα κορμιά μας μια τερατώδης αλλαγή, δεν είναι κάτι που δεν ξέραμε, είναι όμως κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε, ιδιαίτερα όσοι από εμάς εισήλθαμε ενήλικοι (αν και όχι λιγότερο ενθουσιώδεις) στη Νέα αυτή Γη της Επαγγελίας, και άρα προλάβαμε να ανατραφούμε μόνο με λέξεις από μελάνι, και μόνο με την ανάγνωση σαν αργή καταβύθιση, διεργασία και εμπειρία. Είναι οπωσδήποτε το πλαίσιο, ένα πλαίσιο που δεν πρέπει να ξεχνάμε, όχι για να ολισθαίνουμε σε μελαγχολικές ή ρομαντικές αναπολήσεις, αλλά για να θυμόμαστε πάντα για τι ακριβώς μιλάμε. Εκτός από τις νέες τεχνολογίες της πληροφόρησης, τις μέχρι τούδε βεβαιότητες του έντυπου βιβλίου έρχονται να κλονίσουν η παγκοσμιοποίηση, η οικονομική ύφεση, αλλά και οι βαθιές αλλαγές στις μεγάλες εκδοτικές βιομηχανίες και αγορές. Έτσι, λοιπόν, και δεδομένης της παραδοχής πως το βιβλίο ήταν και παραμένει ένα «προνομιακό μέσο» αποθησαύρισης και διάδοσης της γνώσης και, εννοείται, θεματοφύλακας του πνεύματος και της αυτοσυνειδησίας μας, βιώνουμε μια πολύ κρίσιμη στιγμή μέσα σε αυτή τη διαδοχή των επαναστάσεων στην μετά τον Γουτεμβέργιο εποχή, μια «παρατεταμένη στιγμή», μια στιγμή κατά την οποία «το μέλλον δεν είναι αυτό που συνήθιζε να είναι».
Εκδοτικό τοπίο: μια αχαρτογράφητη περιοχή
Η Χριστίνα Μπάνου, Επίκουρος καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχειονομίας–Βιβλιοθηκονομίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, σκιαγραφώντας το πλαίσιο και κρατώντας συνεχώς ενεργοποιημένους (με όλη την εμφανή ευαισθησία μιας δεινής αναγνώστριας) τους προβληματισμούς που συνδέονται με την κρισιμότητα των ζητημάτων που η παρατεταμένη αυτή στιγμή εγείρει, επιχειρεί, μέσα από την ανάλυση και το συσχετισμό των δεδομένων της έρευνας, τον πλούτο της βιβλιογραφίας και των παραπομπών, μαζί και κάποιων συνοπτικών ιστορικών αναδρομών, τη χαρτογράφηση του εκδοτικού τοπίου στην Ελλάδα στην αρχή του 21ου αιώνα και την ανάδειξη των προκλήσεων που αυτό αντιμετωπίζει.
Υπό το φως της προοπτικής αυτής, και οδεύοντας υποδειγματικά ολοένα και προς το πιο συγκεκριμένο, η συγγραφέας μας ξεναγεί, κατ’ αρχάς, στην πολυμορφία και τη ρευστότητα του τοπίου, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται κατά τις τελευταίες δεκαετίες στις μεγάλες εκδοτικές αγορές: η είσοδος στο παιχνίδι εκδοτικών ομίλων που πατούν στα ΜΜΕ και στην εκπαίδευση, η συνακόλουθη μεταστροφή μιας μετριοπαθούς ως προς τις προσδοκίες των κερδών της δραστηριότητας (που ήταν κάποτε η εκδοτική) σε επιχειρήσεις με μεγάλες προσδοκίες κερδών, τα βιβλιοπωλεία-αλυσίδες και η αλλαγή των όρων συνεργασίας με τους εκδοτικούς οίκους για την προβολή των βιβλίων, οι μηχανισμοί επιβολής των μπεστ-σέλλερ, η μείωση του χρόνου ζωής του βιβλίου στην προθήκη (και όχι μόνο στην προθήκη), οι νέες τεχνολογίες που μεταβάλλουν επίσης τους όρους προώθησης των βιβλίων, είναι οι βασικές παράμετροι που πυροδοτούν τις βαθιές μεταβολές στις εκδοτικές αγορές των ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του ’60. Η συνακόλουθη διαμόρφωση νέων αναγνωστικών συνηθειών, ο αναπόδραστος συγκεντρωτισμός και η σταδιακή μείωση των μικρών και μεσαίων εκδοτικών οίκων και των ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων συνθέτουν μια αγορά νέων ηθών και ταχυτήτων που αλλοιώνει τους όρους του πάλαι ποτέ εκδοτικού ρίσκου και πλήττει την απαράβατη προϋπόθεση της ύπαρξής του, που δεν είναι άλλη από το αίτημα για πολυφωνία.
Η ελληνική εκδοτική «άνοιξη»
Μετά από μια κατατοπιστική ιστορική αναδρομή για την ελληνική εκδοτική πραγματικότητα από τις αρχές του 19ου αιώνα, η Μπάνου παρουσιάζει και αναλύει διεξοδικά την ελληνική «εκδοτική Άνοιξη» από τις αρχές του 1990, οπότε και παρατηρείται μια σταδιακή αύξηση της βιβλιοπαραγωγής, του αριθμού των εκδοτικών οίκων, αλλά και των μεγάλων βιβλιοπωλείων που κατακλύζουν κυρίως το Αθηναϊκό κέντρο. Μια περίοδος (κατά τι μικρότερη από εικοσαετία, μέχρι και το 2008) κατά την οποία τόσο οι νέες στρατηγικές των μεγάλων εκδοτικών αγορών που εισάγουν στα καθ’ ημάς οι μεγάλοι εκδοτικού οίκοι και τα βιβλιοπωλεία αλυσίδες, όσο και οι νέες τεχνολογίες, αλλά και μια (σε καμία περίπτωση ανάλογη, πάντως υπαρκτή και μετρήσιμη) αύξηση του κοινού των περιστασιακών αναγνωστών, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αισιοδοξίας και την αίσθηση μιας βιομηχανίας που αναπτύσσεται και ωριμάζει. Η κρίση έρχεται να κλονίσει την αισιοδοξία αυτή, και το ερώτημα που τίθεται πλέον, μας λέει η συγγραφέας, είναι αν όντως αυτή η «άνοιξη» σηματοδότησε μια πραγματική ωρίμανση ή αν η κρίση έρχεται να επισπεύσει τις εξελίξεις και να λειτουργήσει σαν «μεγεθυντικός φακός» απέναντι στις παθογένειες της ελληνικής εκδοτικής αγοράς και άρα σαν ευκαιρία για αυτοκριτική. Θα υπάρξει επιστροφή στην προ κρίσης κατάσταση ή μήπως, τώρα περισσότερο από ποτέ, γίνεται επιτακτική η ανάγκη επαναπροσδιορισμού των στρατηγικών;
Χρησιμοποιώντας τα εργαλεία των σπουδών της εκδοτικής του βιβλίου (book publishing), και, στην περίπτωσή μας, τις έρευνες του ΕΚΕΒΙ για τη βιβλιοπαραγωγή, την αναγνωστική συμπεριφορά και άλλα ζητήματα εκδοτικής πολιτικής, καθώς και ισολογισμούς εκδοτικών οίκων και βιβλιοπωλείων, αλλά και ερωτηματολόγια και βιβλιογραφία όπου τον πρώτο λόγο παίρνουν οι εμπλεκόμενοι στην εκδοτική δραστηριότητα (εκδότες, συγγραφείς επιμελητές, βιβλιοπώλες κλπ), η Μπάνου παρακολουθεί τις ιδιομορφίες της ελληνικής εκδοτικής αγοράς. Καθοριστικός παράγοντας της αγοράς αυτής είναι πάντα το μικρό της μέγεθος και λόγω γλώσσας, αλλά και λόγω μεγέθους του αναγνωστικού της κοινού. Ένα μέγεθος που κατά την εκδοτική αυτή «άνοιξη» δεν μεταβλήθηκε αισθητά: το μεν κοινό των συστηματικών αναγνωστών (βιβλιοφιλικό, δυναμικό αλλά και ευάλωτο οικονομικά) παραμένει στα ίδια πάντα (χαμηλά) επίπεδα, το δε όνειρο για τη δημιουργία ενός νέου κοινού αναγνωστών, των λεγόμενων περιστασιακών (μέσω πολιτικών του βιβλίου, νέων στρατηγικών προώθησης από τους εκδότες και ισχυροποίησης της επιδραστικότητας τού «από στόμα σε στόμα» μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα) δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
Μπορεί το διάστημα της εικοσαετίας να μην ήταν αρκετό για να αλλάξουν δραστικά τέτοιου είδους μεγέθη, παρατηρεί η συγγραφέας, ωστόσο η αναντιστοιχία αυτή έρχεται να αναδείξει παθογένειες και να θέσει ερωτηματικά. Το μικρό αυτό μέγεθος, ωστόσο, καθιστά την ελληνική εκδοτική αγορά αδιάφορη για ξένες επενδύσεις, και η άλλη όψη του νομίσματος αυτού είναι ότι χαρίζει στους έλληνες εκδότες μια προνομιακή ελευθερία δράσης. Μια αισιόδοξη διαπίστωση εξάλλου, όπως προκύπτει από την ανάλυση που επιχειρεί η Μπάνου για τη φυσιογνωμία και την οργάνωση των ελληνικών εκδοτικών επιχειρήσεων, είναι πως τέτοιου είδους διπλή ανάγνωση επιδέχονται και άλλα χαρακτηριστικά του ελληνικού εκδοτικού χώρου. Χαρακτηριστικά που απορρέουν από την επιβίωση κάποιων παραδοσιακών δομών μέσα στο περιβάλλον της τελευταίας εικοσαετίας, όπου οπωσδήποτε ένα από τα στοιχήματα ήταν και η δημιουργική εμπέδωση των στρατηγικών των μεγάλων εκδοτικών αγορών.
Σε ποιον λογοδοτεί ο εκδότης;
Βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού εκδοτικού χώρου παραμένει η οικογενειακή, εκδοτο-κεντρική δομή του: πρόκειται για επιχειρήσεις, στη συντριπτική τους πλειονότητα οικογενειακές, στις οποίες το πρόσωπο του εκδότη κατέχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο συγκεντρωτισμός των αρμοδιοτήτων στον πρόσωπο του εκδότη (οπωσδήποτε αντιστρόφως ανάλογος με το μέγεθος της εκδοτικής επιχείρησης, και άρα εντονότερος στους μεσαίους και μικρούς εκδότες), η συνακόλουθη ασάφεια του ρόλου του επιμελητή, η απουσία ατζέντηδων, η ελλιπής στελέχωση των εκδοτικών οίκων από μόνιμους εξειδικευμένους συνεργάτες μπορεί να αποτελούν στοιχεία επιβίωσης μιας παραδοσιακή δομής (και σίγουρα η οικονομική κρίση δεν προβλέπεται να ενθαρρύνει εν προκειμένω την περαιτέρω οργάνωση – ενδεχόμενο, οπωσδήποτε, ζοφερό για τους επαγγελματίες του χώρου), όμως το μοντέλο αυτό, σαν πιο ευέλικτο και οικονομικό σχήμα μπορεί και να προκύψει ανθεκτικότερο στο περιβάλλον της κρίσης. Καθώς μια ευχάριστη διαπίστωση για τη μικρή αυτή εκδοτική αγορά που είναι η ελληνική είναι ότι εδώ, εν αντιθέσει με τις μεγάλες εκδοτικές βιομηχανίες όπου οι μεσαίοι και οι μικροί εκδότες ολοένα και μειώνονται μέχρι σημείου εξαφάνισης, οι μεν μικροί εξακολουθούν να αποτελούν ένα δυναμικό τμήμα της αγοράς, οι δε μεσαίοι, όχι μόνο διατηρούν αλλά και αυξάνουν, κατά την περίοδο της κρίσης, και την επιδραστικότητά τους και τη συμμετοχή τους στο σύνολο της βιβλιοπαραγωγής, γεγονός που τους επιτρέπει να αποτελούν «σε μεγάλο βαθμό ρυθμιστές της εκδοτικής δραστηριότητας».
Όπως διαπιστώνει και η Μπάνου, «η οικονομική κρίση φαίνεται ότι προσωρινά τους ευνόησε, καθώς η ετήσια βιβλιοπαραγωγή τους άγγιξε το 44,7 % το 2010 από 41,6% το 2008». Αυτό, μαζί με το γεγονός ότι ο εκδότης στην Ελλάδα που «αποφασίζει, επιλέγει, συντονίζει και εποπτεύει τα πάντα» και (όπως επαναλαμβάνει η συγγραφέας παραθέτοντας μια χαρακτηριστική εκτίμηση του Πέτρου Μάρκαρη) «λογοδοτεί μόνο στον εαυτό του», και κατά συνέπεια επιτρέπει ακόμα στον εαυτό του την κατάρτιση ενός καταλόγου όχι απολύτως εξαρτημένου (πολλές φορές και καθόλου) από καθαρά εμπορικά κριτήρια, προσδίδει στην ελληνική εκδοτική αγορά κάποια συγκριτικά πλεονεκτήματα: Αφενός, διαφυλάσσει σε ένα βαθμό τη βασική προϋπόθεση της εκδοτικής δραστηριότητας που είναι ο παράγοντας του ρίσκου και της καινοτομίας, προστατεύοντας την εκδοτική παραγωγή από τον συγκεντρωτισμό στην ετήσια παραγωγή των τίτλων και την καθολική κυριαρχία του μπεστ-σέλλερ, που είναι πια ο κανόνας στις μεγάλες εκδοτικές αγορές. Αφετέρου, προσφέρει εναλλακτικές οδούς διαφυγής από τη νομοτελειακή φύση και τάση της διελκυστίνδας μεταξύ των παραδοσιακών δομών μιας μικρής αγοράς και των επιτακτικών προκλήσεων μιας αναπτυσσόμενης παγκοσμιοποιημένης (εκδοτικής εν προκειμένω) βιομηχανίας.
Εξάλλου «το παρόν, συνταιριάζοντας την τυπογραφική επανάσταση με την επανάσταση της πληροφόρησης, προσφέρει τα εργαλεία για την αντιμετώπιση και υπέρβαση των προβλημάτων σε μεγάλο βαθμό», εξ’ ου και οι τρόποι προώθησης που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες, η δυνατότητα δημιουργίας δικτύων αναγνωστών και απευθείας πώλησης από τους ίδιους τους εκδότες, καθώς και η, επιτακτικότερη από ποτέ, ανάγκη για φθηνότερη τυπογραφική μορφή χωρίς εκπτώσεις στην αισθητική και την αρτιότητα της έκδοσης μπορούν να αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος των μελλοντικών στρατηγικών. Απαραίτητη, οπωσδήποτε, προϋπόθεση (επί του παρόντος αναγκαία περισσότερο από ποτέ), «η διαμόρφωση και υλοποίηση μιας αποτελεσματικής πολιτικής βιβλίου» (επί του παρόντος υπενθύμιση πικρή περισσότερο από ποτέ, υπό τη σκιά της υπουργικής απόφασης για το κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ). Απαραίτητες ακόμα, η γνώση της φυσιογνωμίας και της δυναμικής του χώρου, καθώς και η αξιοποίηση της γνώσης του παρελθόντος. Έτσι, δεδομένης και της ελλιπούς βιβλιογραφίας σε ό,τι αφορά τα ελληνικά εκδοτικά πράγματα (τη σποραδικότητα των μελετών κυρίως για τον 20ο αιώνα επισημαίνει εξ’ αρχής και η συγγραφέας), η συνολική ματιά που επιχειρεί η Μπάνου οργανώνοντας και ξεναγώντας μας σ’ αυτό το αχαρτογράφητο, εν πολλοίς, τοπίο, συνθέτοντας τη φυσιογνωμία του, παρακολουθώντας την εξέλιξή του και αναδεικνύοντας την κρισιμότητα των ζητημάτων, καθιστά το εγχείρημα πολύτιμο, τόσο για τη βιβλιογραφία όσο και για την ανάδειξη των προκλήσεων που θέτει η συγκυρία. Καθώς η κρίση, πράγματι, λειτούργησε σαν «μεγεθυντικός φακός», και η ώρα της αυτοκριτικής είναι εδώ, ενώ οι προβληματισμοί βαθαίνουν μέσα στην παρατεταμένη, τελικά, αυτή στιγμή.
goutemvergios-epomenovima



Το επόμενο βήμα του Γουτεμβέργιου
Οι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα στις αρχές του 21ου αιώνα
Χριστίνα Μπάνου
Εκδόσεις Παπαζήση, 2012
Τιμή: € 20,24, σελ. 385





_________________________