* Είκοσι και επτά (27) xρόνια στο χώρο των εκδόσεων * στηρίζουμε τους δημιουργούς... και είμαστε δίπλα στους ανα-Γνώστες
από το 1988 με αγάπη και σεβασμό στο βιβλίο τηλ. επικοινωνίας: 22940-99125 & 210-8656.731 & email: yfosmagazine@gmail.com
.....................................................................* ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ επι-τέλους * http://telos-epoxis-online.blogspot.gr/

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2007

Η ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ΠΕΖΟΣ ΛΟΓΟΣ)


ΥΦΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜIΟΥΡΓΙΑ

Ο πεζός λόγος είναι η δεύτερη μεγάλη κατηγορία του γραπτού λόγου. Εδώ πλέον δεν χρειάζονται μέτρο και στίχος. Οι λέξεις μπαίνουν στη διήγηση με τη φυσικότητα της καθημερινής ομιλίας.
Ο ρυθμός όμως είναι και εδώ απαραίτητος. Ο ρυθμός, όπως και στην ποίηση, δεν έχει κανόνες. Είναι μιά εσωτερική αρμονία, που κυλάει κάτω από τις λέξεις και δένει συμμετρικά τα νοήματα. Ο ρυθμός, η μουσικότητα της γλώσσας, ο ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης που προ.τιμάει κάθε συγγραφέας, αποτελούν το ύφος του.
Ούτε το ύφος υπόκειται σε κανόνες. Κάθε συγγραφέας έχει το δικό του ύφος. Αλλά μόνο κάθε μεγάλος συγγραφέας. Οταν διαβάζεις ένα άγνωστο κείμενο και μπορέσεις αμέσως να ειπείς οτι είναι, Π.χ. του Παπαδιαμάντη, αυτό σημαίνει πως αναγνώρισες ένα στοιχείο, που δεν συναντιέται σε άλλο συγγραφέα.
Γιατί, όπως είπαμε, το ύφος είναι προσωπικό. Εκφράζει, το δημιουργό του και μόνο. Γι' αυτό ο Buffon είπε: Το ύφος είναι ο άνθρωπος. «Le style est I'homme meme».
Αντί γιά το ύφος έχει επικρατήσει και ο ξενικός όρος στύλ. Λέμε γιά ορισμένο συγγραφέα ότι είναι στυλίστας. Οτι έχει δηλαδή δικό του, προσωπικό, ύφος. Π.χ. Ο Σολωμός, ο Ζ.Παπαντωνίου, ο Ν.Καζαντζάκης, ο Παπαδιαμάντης, ο Παλαμάς κ.ά.
Απέριττο και απλό ήταν το ύφος των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και ποιητών, αυτό που επικράτησε να ονομάζουμε κλασικό ύφος.
Ενα θαυμάσιο ορισμό του κλασικού ύφους έδωσε κάποτε ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης. «Το κλασικό ύφος, είπε, είναι απλό, χωρίς να είναι εύκολο». Οταν διαβάζεις κάτι απλό και όμορφο. είσαι έτοιμος να πείς: Αυτό κι εγώ θα μπορούσα να το γράψω. Αν δοκιμάσεις όμως, θα διαπιστώσεις οτι είναι πολύ δύσκολο να τα καταφέρεις. Αυτό είναι δουλειά των μεγάλων, των γεννημένων συγγραφέων, με το πηγαίο ταλέντο.
Γενικά, στον πεζό λόγο, όπως άλλωστε και στην ποίηση, το μεγάλο προτέρημα και το μεγάλο μυστικό είναι, να λέει κανείς τα περισσότερα πράγματα με τις λιγότερες λέξεις.
Ιδεώδες ύφος είναι εκείνο, στο οποίο η πυκνότητα και η ποιότητα συμβαδίζουν' και κατά τέτοιον τρόπο, ώστε : αν σε μιά φράση προσθέσεις μία ή περισσότερες λέξεις, η φράση να μην γίνεται καλύτερη. Ενώ αν αφαιρέσεις έστω και μία λέξη, το νόημα να χαλάει.
H εξωτερική τελειοποίηση των εκφραστικών τρόπων είναι μιά δουλειά, που ο συγγραφέας θα κάμει τελευταία. Είναι, όταν χτενίζει, όπως λέμε, το κείμενό του. Πριν όμως φτάσει εκεί, έχει σημασία τι θα πεί και πως θα το πεί. Πρέπει δηλαδή πρώτα να διαλέξει το θέμα του και σε συνέχεια να το στήσει, δηλαδή να το εκφράσει (γράψει).
Στην πρώτη περίπτωση η έχει έτοιμη μιά ιστορία που θέλει να διηγηθεί, η έχει ένα συμπέρασμα, ένα δίδαγμα, ένα καταστάλαγμα που θέλει ν' αποδείξει. Το καταστάλαγμα αυτό πρέπει να βγεί μόνο του μέσα από τις πράξεις και τις συγκρούσεις των ηρώων. Πρέπει επομένως ο συγγραφέας να βρεί με τη φαντασία του, η να πλάσει, αυτούς τους ήρωες. Να τους βάλει να ζούν, να κινούνται, να μιλούν, να πεθαίνουν κλπ. κατά τρόπο που νά βγαίνει το δίδαγμα, που θέλει να δώσει. Θα πλάσει, λοιπόν, μιά φανταστική ιστορία (στην οποία μπαίνουν πολλές φορές και στοιχεία από την πραγματικότητα), δημιουργώντας πρόσωπα από το χάος. Γι' αυτό ο μεγάλος συγγραφέας λέγεται και δημιουργός.
Ο συγγραφέας, όταν βρεί τι θέλει να ειπεί, θα σκεφτεί ύστερα πως θα το ειπεί. Από που θ' αρχίσει την ιστορία του και πως θα την τελειώσει. Τι καταστάσεις θα περιγράψει, τι επεισόδια θα δημιουργήσει, ποιά πλοκή θα δώσει, και ποιά εξέλιξη, ώστε ο αναγνώστης που θα τον διαβάζει, να βρίσκεται σ' ένα συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον.
H εξέλιξη της διήγησης, η δομή όπως λέμε, ή ο σκελετός, πρέπει να έχει μιά λογική συνέπεια, μιάν αντιστοιχία με την πραγματικότητα, μιά σχέση με ό,τι είναι πιθανό ή πιθανοφανές.

Τρίτη δουλειά του συγγραφέα, όπως είδαμε, είναι να δουλέψει τη γλώσσα και το ύφος του, ώστε το κείμενό του, σαν λεκτική απόδοση, να βρίσκεται σε υψηλή ποιότητα.
Αυτές, οι τρείς δουλειές, αυτή η διαδικασία, στην πραγματικότητα δεν γίνεται τελείως χωριστά. Μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα. Αυτό εξαρτάται από την πείρα που μόνος του, σιγά σιγά, αποκτά ένας συγγραφέας, από το ταλέντο που διαθέτει, από τη θεία φλόγα, που καίει στην ψυχή του.
ΕΙΔΗ ΤΟΥ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ
Τρία είναι τα κύρια είδη του πεζού λόγου: το διήγημα, η νουβέλα και το μυθιστόρημα.
1. ΔΙΗΓΗΜΑ
Το διήγημα είναι μιά μικρή σε έκταση διήγηση πραγματικής ή φανταστικής πράξης, γραμμένη με πληρότητα. Είναι δηλαδή γραμμένη έτσι, που, παρά τη συντομία της, να δίνει μιά πλήρη εικόνα, χωρίς κενά, από την αρχή ως το τέλος της. H διήγηση έχει αρχή (εισαγωγή), κύριο θέμα (δέση) και τέλος (λύση).
Ανάλογα με το θέμα του, το διήγημα χαρακτηρίζεται ως ερωτικό, πολεμικό, θαλασσινό, ιστορικό, φανταστικό κλπ.
Μαζί με το κύριο ή τα κύρια πρόσωπα της διήγησης (ήρωες) υπάρχουν και δευτερεύοντα. Οπως μαζί με την κύρια πράξη του διηγήματος, υπάρχουν και δευτερεύοντα επεισόδια (παρεκβάσεις). Αλλά οι παρεκβάσεις πρέπει να είναι οργανικά δεμένες με το κύριο θέμα.
Ενα στοιχείο που ξεκουράζει και ευχαριστεί τον αναγνώστη μες στο διήγημα είναι ο διάλογος. Ο διάλογος πρέπει να έχει τη φυσικότητα της καθημερινής ομιλίας. Και να είναι ανάλογος προς το πρόσωπο που μιλάει (γιατί, αλλιώς μιλάει ένας γιατρός, αλλιώς ένας χωρικός, διαφορετικά ένας ναυτικός). Το στοιχείο αυτό της φυσικότητας θα το συναντήσετε συχνά στον Παπαδιαμάντη. Ενώ τα διηγήματά του είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα γλώσσα, οι διάλογοί του είναι γραμμένοι στη δημοτική.
Οι περιγραφές επίσης ζωηρεύουν συχνά ένα διήγημα. Εκείνο πάντως που χρειάζεται πρώτ' απ' όλα, είναι τα στοιχεία αυτά να μην είναι περιττά και άσχετα προς το κύριο θέμα. Αλλά να αποβλέπουν αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση της κύριας διήγησης. Να υπάρχει δηλαδή ανάμεσά τους μιά ενότητα.
2. ΝΟΥΒΕΛΑ
Ο,τι είπαμε γιά το διήγημα, ισχύει και γιά τη νουβέλα. Ο όρος προέρχεται από τη γαλλική λέξη nouvelle, που θα πεί διήγημα. Στην Ελλάδα όμως επικράτησε με τον όρο νουβέλα να χαρακτηρίζουμε το μεγάλο σε έκταση διήγημα. Δηλαδή το διήγημα που είναι μεγαλύτερο από το κανονικό διήγημα, αλλά και μικρότερο από το μυθιστόρημα. Στις νουβέλες μπορούμε να κατατάξουμε πολλά έργα του Παπαδιαμάντη, του Ξενόπουλου, του Θεοτόκη, του Βιζυηνού κ.ά.
3. ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Το μυθιστόρημα είναι έντεχνη και εκτεταμένη διήγηση περιπετειών, που αλληλοσυνδέονται και που αφορούν τη ζωή ενός ή περισσότερων προσώπων. Το πρόσωπο αυτό, αν είναι άντρας, λέγεται ήρωας. Αν είναι γυναίκα, ηρωίδα. Οι περιπέτειες στο μυθιστόρημα δίνονται κατά τρόπο, που να ολοκληρώνουν την τύχη η τη ζωή του ήρωα, και με εξέλιξη τέτοια, που να ανανεώνεται διαρκώς η περιέργεια του αναγνώστη, γιά το τι γίνεται παρακάτω. H εξέλιξη αυτή αποβλέπει στο να τέρψει και να ευχαριστήσει. Τελικός όμως σκοπός είναι να διδάξει.
Κατά την εξέλιξη της διήγησης ο μυθιστοριογράφος βρίσκει την ευκαιρία να αντλήσει τύπους και ψυχικές καταστάσεις, να περιγράψει τόπους και πάθη, να δώσει τα ήθη και την ατμόσφαιρα μιάς εποχής, να ζωντανέψει μιά ιστορική περίοδο. Ολα όμως αυτά τείνουν πάντοτε προς την τύχη, που περιμένει τον ήρωα. Προς την αποκορύφωση ενός δράματος. Πάντοτε υπάρχει ένα δράμα σε ένα μυθιστόρημα. Γι' αυτό και τα περισσότερα μυθιστορήματα διασκευάζονται και σε θεατρικά έργα.
Ανάλογα με την ύλη, την έμπνευση και το σκοπό του, το μυθιστόρημα μπορεί να διαιρεθεί στα παρακάτω είδη:
α. To ιστορικό μυθιστόρημα. Πρόσωπα και γεγονότα της ιστορίας, μαζί με φανταστικά πρόσωπα, συνθέτουν έναν πίνακα, που μπορεί να μην είναι και πολύ πιστός προς την ιστορία, είναι όμως ζωντανός και πείθει σαν πραγματικός. Π.χ.: Μιχ. Περάνθη, «Σουλιώτες».
β. Το ερωτικό μυθιστόρημα. Οταν κύριο θέμα είναι οι ερωτικές περιπέτειες των ηρώων του. Π.χ.: Μ.Λυμπεράκη, «Τα ψάθινα καπέλα».
γ. Το κοινωνικό μυθιστόρημα. Οταν αναφέρεται στις αντιθέσεις της κοινωνίας, στις αδικίες της ζωής κλπ.: Κ.Πολίτη, «Στου Χατζηφράγκου».
δ. Το ηθογραφικό μυθιστόρημα. Οταν μας δίνει, με αφορμή τις περιπέτειες των ηρώων, τα ήθη και τα έθιμα ενός λαού, ενός ορισμένου τόπου ή μιάς συγκεκριμένης εποχής. Π.χ.: Κ.Χατζοπούλου, «Αγάπη στο χωριό».
ε. Το ψυχολογικό μυθιστόρημα. Οταν, με αφορμή πάλι τις περιπέτειες και τα διάφορα επεισόδια, ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να μπεί στην ψυχή του ήρωα και να μας αναλύσει με λεπτομέρειες, όλες τις διακυμάνσεις του ψυχικού του κόσμου, όλες τις μυστικές αντιδράσεις της ψυχολογίας του κλπ. Π.χ.: «H φόνισσα» του Παπαδιαμάντη.
στ. Το ιδεαλιστικό μυθιστόρημα. Οταν ο συγγραφέας μας παρουσιάζει τους ήρωές του, όχι όπως είναι συνήθως στην καθημερινή ζωή, αλλά εξιδανικευμένους, δηλ. όπως ο συγγραφέας θα τους ήθελε να είναι.
Κατά την ίδια έννοια, και ανάλογα πάντοτε προς το θέμα του, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε ακόμα γιά μυθιστόρημα θρησκευτικό, θαλασσινό, βουκολικό. κλπ.
Τρία άλλα είδη μυθιστορήματος είναι:
ζ. Το αστυνομικό μυθιστόρημα. Θέμα του είναι κάποιο έγκλημα και η κινητοποίηση των αστυνομικών ή ερευνητών να βρούν τον πραγματικό εγκληματία. H διαδικασία αυτή γίνεται ανάμεσα σε επεισόδια, που κάνουν κάθε φορά τον αναγνώστη να νομίζει, πως βρήκε τον πραγματικό ένοχο, ώσπου στο τέλος ν' αποδειχτεί πως ένοχος ήταν εκείνος ακριβώς, που δεν προκαλούσε καμιά υποψία.
η. Το περιπετειώδες μυθιστόρημα. Είναι της ίδιας κατασκευής και της ίδιας ποιότητας με το αστυνομικό, μόνο που τοποθετείται σε άλλα πεδία δράσης. Από τους σκοπούς του λείπει ο ηθικός και διδακτικός σκοπός. Βασίζεται κυρίως στην περιπέτεια, που συνήθως είναι γεμάτη απρόοπτα και απίθανα γεγονότα. Τέτοια κυκλοφορούν πολλά ξένων συγγραφέων.
θ. Το φανταστικό μυθιστόρημα. Πρόκειται γιά μυθιστόρημα με τελείως φανταστική υπόθεση (περιπέτειες σε φανταστικά νησιά, ιστορίες με φαντάσματα και βρυκόλακες, ταξίδια στο διάστημα ή στ'αστέρια κλπ.). Είδος που γνώρισε μεγάλη έξαρση στη δεκαετία του '60 και μετά. Επιτυχία γνώρισαν κυρίως όσα στηρίζονταν σε επιστημονικές βάσεις. Γιατί, τότε, ξεγελώντας τη φαντασία με τις περιπέτειες, κάνουν τον αναγνώστη να μάθει ένα πλήθος ωφέλιμες επιστημονικές γνώσεις (παράδειγμα τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βέρν, του Αρθουρ Κλαρκ, Ισαάκ Ασίμωφ κ.ά.). Τα βιβλία του είδους αυτού θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε και ως επιστημονικά μυθιστορήματα φαντασίας (Science Fiction novels).
Από τις ξένες λέξεις, roman, romanzo κλπ. επικράτησε στη γλώσσα μας το μυθιστόρημα να λέγεται και ρομάντσο. Σήμερα όμως με τον όρο ρομάντσο εννοούμε φτηνά και πρόχειρα ερωτικά μυθιστορήματα (Αρλεκιν πχ.), που διαβάζονται εύκολα, χωρίς ιδιαίτερους προβληματισμούς. Τα βιβλία αυτά λέγονται επίσης λαϊκά μυθιστορήματα. Κι ακόμα (αν και ο όρος δεν είναι σήμερα πολύ σε χρήση) λέγονται επιφυλλίδες, επειδή δημοσιεύονται σε συνέχειες, σαν έπιφυλλίδα, στις εφημερίδες.
Τέλος υπάρχει και το μυθιστόρημα ποταμός (roman fleuve) προκειμένου γιά πολύτομα μυθιστορήματα, που αναφέρονται σε μεγάλες περιόδους και ιστορούν την τύχη περισσότερων γενεών, από πατέρα σε γιό.
Το μυθιστόρημα ήταν άγνωστο είδος στην αρχαία Ελλάδα (αν και η «Κύρου Παιδεία» του Ξενοφώντα διαβάζεται ευχάριστα σαν μυθιστόρημα). Στους αλεξανδρινούς χρόνους γράφτηκαν σε πεζό μερικές ιστορίες, γιά να υμνήσουν τα κατορθώματα του Μ. Αλεξάνδρου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελούν την πρώτη μορφή μυθιστορήματος. Την παράδοση συνέχισαν οι βυζαντινοί με ερωτικές ιστορίες: («Βέλθανδρος και Χρυσάντζα», «Λίβιστρος και Ροδάμνη» κ.ά.). Από τoν 160 αiώνα και ύστερα το μυθιστόρημα αρχίζει ν' αναπτύσσεται συστηματικά και να τελειοποιείται, γιά να εξελιχθεί στο κυριότερο λογοτεχνικό είδος.

4. ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Εκτός από το διήγημα, τη νουβέλα και το μυθιστόρημα, ο πεζός λόγος περιλαβαίνει μερικά ακόμα είδη, ανάμεσα στα οποία παλαιότερα περιλαβαινόταν και η ιστορία.
Οι αρχαίοι Ελληνες ιστορικοί ήταν εμπνευσμένοι συγγραφείς, με έντονη προσωπικότητα. Γι' αυτό και οι ιστορίες τους είχαν την αξία του ύφους και μετείχαν της καθαρής δημιουργίας (Θουκυδίδης, Πολύβιος).
Λαμπρό ύφος βρίσκομε επίσης και στον νεώτερο ιστορικό του ελληνικού έθνους, τον Κ.Παπαρρηγόπουλο. Γενικά όμως η ιστορία ανήκει στην επιστήμη. Αναβιώνει, κατατάσσει και κρίνει τα ιστορικά γεγονότα με χρονική αλληλουχία, νηφαλιότητα, και αντικειμενικότητα, χωρίς πάθος, και χωρίς προτιμήσεις προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Είναι όπως λέμε αδέκαστη. Καθώς, όμως, η ιστορία αποτελεί ένα αστείρευτο χρυσωρυχείο (ιδιαίτερα μάλιστα η δική μας, η πανάρχαιη ελληνική ιστορία), δεν μπορούσε ν' αγνοηθεί από τη λογοτεχνία. Ενα πλήθος βιβλίων έχουν αντλήσει τα θέματά τους από αυτή.
Μερικές φορές η ιστορία μεταπλάθεται απλώς με λογοτεχνικά μέσα, ώστε να διαβάζεται πιό ευχάριστα. Το είδος αυτό είναι πάλι ιστορία. Οταν η ιστορία συνδυάζεται και με τη φαντασία και δίνεται με μορφή μυθιστορήματος, τότε έχομε το ιστορικό μυθιστόρημα, γιά το οποίο μιλήσαμε παραπάνω.
Οταν το θέμα αναφέρεται σε ένα ιστορικό πρόσωπο, που παίρνεται σαν ήρωας μυθιστορήματος, τότε έχομε τη μυθιστορηματική βιογραφία (όπως του Σπ. Μελά γιά τους αγωνιστές του 1821: «Ο γέρος του Μωριά», «Ματωμένα ράσα» κλπ., και του Μιχ. Περάνθη γιά τους μεγάλους μας λογοτέχνες: «Ο κοσμοκαλόγερος» (Παπαδιαμάντης), «Ο Τσέλιγκας» (Κώστας Κρυστάλλης), και τη μυθιστορηματική βιογραφΙα του ήρωα της Επανάστασης του '21 Οδυσσέα Ανδρούτσου με τον τίτλο, «Ο Δαίμονας».
Eνα άλλο είδος που σχετίζεται με την ιστορία είναι τα Απομνημονεύματα. Πρόκειται γιά αναμνήσεις ιστορικών προσώπων από τη ζωή και τη δράση τους. Τα κείμενα αυτά δεν είναι αντικειμενικά και ανεπηρέαστα, όπως η ιστορία. Γιατί, αυτός που τα γράφει, είναι φυσικό να δικαιολογεί τον εαυτό του και να του δίνει, ίσως, μεγαλύτερη αξία, από όση πραγματικά έχει. Τα απομνημονεύματα αποτελούν συνήθως ένα ιστορικό υλικό, που θα χρησιμέψει αργότερα, μετά πολλά χρόνια, σε όποιον θα γράψει αδέκαστη ιστορία. Αν τα απομνημονεύματα έχουν το χάρισμα του λογοτεχνικου ύφους (όπως το αναπτύξαμε στην αρχή), τότε ανήκουν και στη λογοτεχνία. (Π.χ. τα «Απομνημονεύματα» του στρατηγού Μακρυγιάννη).
5. ΑΛΛΑ ΕΙΔΗ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ
α. Το παραμύθι. Το παραμύθι, σαν λογοτεχνικό είδος, μοιάζει με το διήγημα. H διαφορά είναι οτι το θέμα του είναι πάντοτε φανταστικό και περιλαβαίνει ήρωες με υπερφυσικές και υπεράνθρωπες ιδιότητες. Εξάλλου το γράψιμο, η έκφραση, η διατύπωση βρίσκονται σε τέτοιο επίπεδο, που να μπορεί να καταλαβαίνει το παιδί. Γιατί το παραμύθι είναι ένα είδος, που αποτείνεται αποκλειστικά στα παιδιά. Το νόημά του πρέπει να είναι εύκολο. Η πλοκή του και οι εναλλαγές των περιπετειών πρέπει να γοητεύουν τη φαντασία. Κι από το σύνολο της διήγησης πρέπει να βγαίνει ένα ηθικό δίδαγμα.
β. Ο μύθος. Ο μύθος μοιάζει με το παραμύθι, γιατί χρησιμοποιεί ως ήρωες Θεούς, ζώα που μιλούν, φυτά που σκέπονται κλπ. Διαφέρει όμως σε πολλά. Πρώτα πρώτα είναι σύντομος. Δεύτερο βασίζεται κυρίως στο διάλογο. Και τρίτο, κάθε «ήρωας» του μύθου αντιπροσωπεύει συμβολικά μιάν ανθρώπινη ιδιότητα. Κάτω από τις αλληγορίες του μύθου υπάρχει πολλή σκέψη, πολλή ειρωνία, πολλή σοφία. Σκοπός του μύθου είναι να διδάξει μιά πρακτική αλήθεια, όπως και η παραβολή.
0 μεγαλύτερος μυθογράφος του κόσμου, από την αρχαιότητα ως τα σήμερα, είναι ο Αίσωπος. Από τους νεώτερους Ελληνες, μύθους έγραψαν: ο Κοραής, ο Γιάννης Βλαχογιάννης και σε στίχους ο Γιάννης Βηλαράς και ο Γιάννης Περγιαλίτης. Από τους ξένους ο Λαφονταίν, ο φενελόν και ο Κριλώφ.
γ. Το ευθυμογράφημα. Ευχάριστη διήγηση, πραγματική η φανταστική, με αρκετό στοιχείο υπερβoλής και με σκοπό να δημιουργήσει στον αναγνώστη γέλιο και φαιδρότητα. Κάποτε μοιάζει σαν πραγματικό διήγημα' άλλοτε είναι απλώς μιά εξιστόρηση τερπνή, που το πλησιάζει περισσότερο προς το είδος του χρονογραφήματος.
δ. Το χρονογράφημα. Μικρή έκθεση, σε λογοτεχνικό ύφος, ενός γεγονότος από την καθημερινή ζωή. Το είδος αυτό καθιερώθηκε στις ελληνικές εφημερίδες από τον περασμένο αιώνα. Αποτελεί κατά κάποιον τρόπο σχόλιο, με αφορμή την επικαιρότητα. Συνήθως λησμονιέται μαζί με τα γεγονότα. Οταν, όμως, ο χρονογράφος έχει ταλέντο και έμπνευση και προσωπικό ύφος, το χρονογράφημά του ανήκει στη λογοτεχνία. Πολλά χρονογραφήματα συγκεντρώνονται και εκδίδονται σε τόμο, και αποτελούν τον καθρέφτη μιας εποχής που ξεχάστηκε. Ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του χρονογράφου, το χρονογράφημα είναι: εύθυμο, λυρικό, περιγραφικό, φιλοσοφικό κλπ. Οι σπουδαιότεροι χρονογράφοι της νεώτερης Ελλάδας στάθηκαν οι: Γιάννης Κονδυλάκης (Διαβάτης), Παύλος Νιρβάνας, Σπύρος Μελάς (φοuρτούνιο), Τίμος Μωραϊτίνης, Παυλος Παλαιολόγος και Δημήτρης Ψαθάς.
ε. H επιστολογραφία. Τον καιρό που τα μέσα της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων δεν ήταν τόσο άφθονα και εύκολα, όπως σήμερα, η επιστολή έπαιζε μεγάλο ρόλο. Οι επιστολές ήταν και πολλές και εκτεταμένες. Μέσα στα πλαίσια της επιστολής βρήκε τότε ευκαιρία να εισχωρήσει ένα καινούριο λογοτεχνικό είδος, η επιστολογραφία. Το περιεχόμενο μπορεί να είναι περιγραφικό, φιλοσοφικό, θρησκευτικό, αισθητικό, κριτικό κλπ. ανάλογα με τις ιδιότητες του επιστολογράφου. Γνωστοί επιστολογράφοι είναι ο Δημήτριος ο φαληρεύς κατά την αρχαιότητα, ο Απόστολος Παύλος, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Αδαμάντιος Κοραής κ.ά. Σήμερα το είδός αυτό δεν ευδοκιμεί.
6. ΚΡIΤIΚΗ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ
Μετά την εμφάνιση των δημιουργημάτων της λογοτεχνίας, προέκυψε η ανάγκη της κριτικής τους. Η διατύπωση δηλαδή γνωμών ως προς τα προτερήματα, τα ελαττώματα και γενικά την αξία ενός λογοτεχνικού κειμένου.
Μέ τoν όρο κριτική εννοούμε και τα μικρά σημειώματα η αρθρίδια, που γράφονται στις εφημερίδες και στα περιοδικά και αναλύουν κάθε καινούριο βιβλίο που κυκλοφορεί.
Εδώ όμως ο όρος είναι ευρύτερος. Η κριτική από πολλούς θεωρείται σαν ένας τρίτος κλάδος της λογοτεχνικής δημιουργίας, μαζί με την ποίηση και τον πεζό λόγο. Αντίθετα, άλλοι θεωρούν ότι ο ρόλος της κριτικής είναι βοηθητικός και ότι η κριτική δεν αποτελεί δημιουργία, αλλά έπιστήμη.

Και οι δυό απόψεις έχουν καθεμιά τα επιχειρήματά τους. Οταν ένας κριτικός διατυπώνει τη γνώμη του, δεν κάνει άλλο παρά να μας λέει την καθαρά προσωπική του γνώμη. Τίποτα όμως δεν πείθει ότι η γνώμη αυτή είναι σωστή. Ενας άλλος κριτικός η ένας άλλος αναγνώστης μπορεί γιά το ίδιο βιβλίο να έχει εντελώς αντίθετη γνώμη. Δεν υπάρχει δηλαδή στην κριτική εξασφαλισμένη αντικειμενικότητα. Υστερα η γνώμη του μπορεί να είναι σωστή σε ορισμένα σημεία και λανθασμένη στα υπόλοιπα.

Επί πλέον ο κριτικός, αν δεν είναι και ο ίδιος δημιουργός, δεν μπορεί να ξέρει τα αδίδακτα μυστικά, που καθοδηγούν έναν ποιητή η ένα μυθιστοριογράφο. Καί, τέλος, ο κριτικός, δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν προηγηθεί το δημιούργημα. Αντλεί δηλαδή το φως του, από την αΐγλη εκείνου, που θέλει να κρίνει.

Ολ' αυτά ισχύουν στην περίmωση, που ο κριτικός είναι αντικειμενικός και αμερόληπτος. Γιατί υπάρχουν και περιπτώσεις που ο κριτικός, ηθελημένα, τα βρίσκει όλα στραβά και άσχημα, με,την πρόθεση να μειώσει το δημιουργό. Τα τέτοια κείμενα των κριτικών λέγονται λίβελοι.

Υπάρχει όμως και η αντίθετη άποψη, η οποία δικαιολογεί σε περιπτώσεις μεγαλόπνευστων κριτικών. Οπως υπάρχει ταλέντο και έμπνευση γιά τους ποιητές και τους πεζογράφους, έτσι υπάρχει και γιά τους κριτικούς. Και το αποδεικνύουν αυτό όχι μόνο με το ύφος τους (που είναι προσωπικό χάρισμα κάθε μεγάλου καλλιτέχνη), αλλά και με την ποιότητα των γραπτών τους. Δεν αντλούν δηλαδή, το θέμα τους από τα νέα βιβλία που κυκλοφορούν, αλλά από τις ανάγκες γενικά της εθνικης λογοτεχνίας. Δεν ακολουθούν τους λογοτέχνες, αλλά προηγούνται. Χαράζουν δρόμους' ανοίγουν προοπτικές. Κι αντί να κρίνουν ό,τι υπάρχει, υποδεικνύουν τι πρέπει να υπάρξει. Τέτοιος κριτικός και ο πρώτος στον κόσμο υπήρξε ο διάσημος Ελληνας φιλόσοφος της αρχαιότητας Αριστοτέλης, με το περίλαμπρο κριτικό του έργο «Περί Ποιητικής», που δυστυχώς δεν σώθηκε ολόκληρο.

Το κριτικό κείμενο, ανάλογα με την έκτασή του, το αντικείμενο που μελετά, τα θέματα που πραγματεύεται κλπ., έχει διάφορα ονόματα, που όλα όμως σημαίνουν περίπου το ίδιο πράγμα: Δοκίμιο, πραγματεία, μελέτη, διατριβή, μονογραφία κλπ. Κατά κανόνα ανήκουν στη φιλολογική επιστήμη και σε λίγες, εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορούν να θεωρηθούν ως λογοτεχνήματα.

Δοκίμιο. Ενα είδος που θεωρείται ότι ανήκει στη λογοτεχνία είναι το δοκίμιο, (γαλλικά essai, αγγλικά essay). Πρόκειται γιά μικρό μελέτημα που αναφέρεται σε γενικότητες, αλλά θαυμαστά τεκμηριωμένες και με πυκνότητα διατυπωμένες, σε τρόπο που να δείχνουν την πλήρη πνευματική συγκρότηση του δοκιμιογράφου, αλλά και να διεγείρουν γόνιμα τη σκέψη και το στοχασμό του αναγνώστη.

Το δοκίμιο, όπως το λέει και η ίδια η λέξη, είναι μιά δοκιμή, μιά προσπάθεια πάνω σε ένα θέμα, που δεν βρήκε ακόμα την οριστική λύση του. Ο δοκιμιογράφος, ανάλογα με την οξύτητα του πνεύματός του, προκαλεί έντονα ερωτήματα, απορίες και προβλήματα στην ψυχή του αναγνώστη και τον προκαλεί σε αυτενέργεια. Το δοκίμιο είναι αντάξιο του ονόματός του, όταν διεγείρει έντονα την όρεξη και την επιθυμία γιά περαιτέρω έρευνες μέσα από καινούριους δρόμους, που θα μας οδηγήσουν σε άγνωστους πνευματικούς ορίζοντες.

Τα δοκίμια είναι πολλών ειδών: φιλοσοφικά, ιστορικά, θεολογικά, φιλολογικά, κοινωνικά, ηθικά, επιστημονικά και τεχνοκριτικά.

Δοκίμια στη νεώτερη μετά το '21 φιλολογία μας έγραψαν πολλοί. Τα σπουδαιότερα όμως γράφτηκαν στα τελευταία σαράντα χρόνια από τους : I.M.Παναγιωτόπουλο, Γ.Θεοτοκά, Αιμ.Χορμούζιο, Αγγελο Τερζάκη, Π.Χάρη, Μ.Δ.Στασινόπουλο, Κ.Τσάτσο, Π.Κανελλόπουλο, Γ.Αποστολάκη, Κ.Θ.Δημαρά, Μ.Αυγέρη, Ανδ.Καραντώνη, Γ.Κουμάντο κ.ά.

Πραγματεία. H πραγματεία, διαφέρει από το δοκίμιο, γιατί είναι μελέτη πιό συγκεκριμένη, που αναφέρεται σε κάποιο οντικείμενο ή αφορά την ύλη ορισμένης επιστήμης η πραγματεύεται αφηρημένες έννοιες και κρίσεις (περί είρήνης, περί ωραίου, περί πατρίδας, περί ευτυχίας, Π.χ.: «H δύναμη της χριστιανικής πίστης», ή εξετάζει συγκεκριμένες έννοιες και κρίσεις. Τέτοια θέματα μπορεί να είναι σαν τα παρακάτω. Π.χ.: «Η αξία της εργασίας», «ο ηλεκτρισμός γιά την πρόοδο της κοινωνίας», «Το αεροπλάνο ως μεταφορικό μέσο», «H τηλεόραση ως μέσο επηρεασμού της κοινής γνώμης». Ανάλογα με τη φύση της ύλης της η πραγματεία είναι: ιστορική, φιλοσοφική, φιλολογική, θεολογική, κοινωνιολογική, νομική, ιατρική, φυσική, μαθηματική, φαρμακολογική, στρατιωτική, ψυχολογική, παιδαγωγική.

H διατριβή ή μελέτη, είναι μιά σύντομη εργασία πάνω σε κάποιο επιστημονικό θέμα, που προσπαθεί να το αναπτύξει σε όλη την πληρότητα, από κάθε άποψη. Τα διάφορα επιστημονικά περιοδικά δημοσιεύουν πλήθoς τέτοιων διατριβών και μελετών, που σκοπός τους είναι να διευκρινίσουν κάποιο ζήτημα, το οποίο δεν ξεκαθαρίστηκε ίσαμε σήμερα τελειωτικά. Γνωστές σε όλους είναι οι «εναίσιμες διατριβές» που υποβάλλουν στα Πανεπιστήμια οι διάφοροι επιστήμονες, γιά να ανακηρυχθούν διδάκτορες. Οι διατριβές αυτές, πρέπει να είναι πρωτότυπες και να δίνουν κάποια λύση σ' ένα άλυτο επιστημονικό πρόβλημα ή να προσφέρουν κάτι το νέο στην επιστήμη τους.

H μονογραφία, τις περισσότερες φορές, θέλει να φωτίσει ιδιαίτερα κάποιο έξοχο πρόσωπο της Ιστορίας η κάποιο ζήτημα φιλολογικό ή νομικό ή φυσικό ή μαθηματικό, που είναι μέν γνωστό, αλλά δεν έχει εξεταστεί λεπτομερέστερα. H μονογραφία διαφέρει από το δοκίμιο και τη διατριβή σε τούτο κυρίως: Το θέμα της είναι ειδικευμένο και στενού κύκλου γνώσεων. Τα θέματα, που διαπραγματεύονται το δοκίμιο και η διατριβή, είναι θέματα πλατύτερα και ανάγονται στον ευρύτερο κύκλο των γνώσεων. H μονογραφία ακριβολογεί και αναλύει πλατιά ένα ειδικό θέμα, ελάχιστα συνδεμένο με τον γενικότερο κύκλο γνώσεων. Το δοκίμιο και η διατριβή, δεν δογματίζουν, δεν εξαντλούν το θέμα σε πλάτος και βάθος, αλλά αφήνουν στον αναγνώστη να λύσει με τη δύναμη της φαντασίας του και της σκέψης του, τις απορίες και τα προβλήματα, που του δημιούργησαν.

7. ΡΗΤΟΡΙΚΑ ΕΙΔΗ

Κατ' αρχήν θα μπορούσε να απορήσει κανείς, γιατί περιλαβαίνομε εδώ ρητορικά είδη, μιά και ό,τι μας ενδιαφέρει είναι ο γραπτός λόγος και όχι ο προφορικός, όπως είναι η ρητορεία.

Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε, ότι οι περισσότεροι ρήτορες γράφουν πρώτα τους λόγους, που θα πουν. Ακόμα και γιά τον μεγάλο ρήτορα της αρχαιότητας, τον Δημοσθένη, οι σύγχρονοί του έλεγαν ότι οι λόγοι του, «όζουν λυχνίας» (επειδή τους επεξεργαζόταν το βράδυ στο σπίτι του, με το φως του λυχναριού).

Ανάλογα με τον τόπο όπου έκφωνούνται, οι λόγοι είναι πολιτικοί (ή κοινοβουλευτικοί), δικανικοί (ή δικαστικοί), πανηγυρικοί (ή εθνικοί), εκκλησιαστικοί (ή διδαχές).

Εδώ δεν πρόκειται γιά τους λόγους που εκφωνούνται «από στήθους», απ' έξω, χωρίς χειρόγραφο. Οι λόγοι αυτοί προϋποθέτουν κατ' αρχήν ρητορικό ταλέντο, που είναι ειδικό χάρισμα. Αλλά καθώς είναι «έπεα πτερόεντα», (λόγια που χάνονται) μόλις ειπωθούν, δεν μπορεί κανείς να ελέγξει εκ των υστέρων την ποιότητά τους. Ο,τι βαραίνει σ' αυτούς, είναι η τελική εντύπωση που θ' αφήσουν.

Σ' αυτούς τους λόγους ακόμα και ο πολύς στόμφος, τα πολλά επίθετα, οι απανωτές φράσεις γιά την ίδια έννοια, αποτελούν προσόν. Ενώ τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά, σ' ένα γραπτό κείμενο, αποτελούν έλάττωμα. Το γραπτό κείμενο πρέπει να είναι απλό, λιτό, πυκνό, σαφές. Κι έτσι φροντίζουν να είναι τα κείμενά τους, όσοι γράφουν ρητορικούς λόγους. Πρέπει ακόμα να ξεδιπλώνουν τα επιχειρήματά τους με μεθοδική τάξη. Καί κρατώντας τόν ακροατή σε αγωνία, να τον κάνουν ν' αναπνεύσει όταν, σαν συμπέρασμα, προτείνει μιά λύση, την οποία θα είναι ετοιμασμένος να την παραδεχτεί ως την μόνη πραγματικά ορθή.

Ο κανόνας αυτός ισχύει κυρίως προκειμένου γιά τους πολιτικούς και τους δικανικούς λόγους (στη Βουλή και στα δικαστήρια).

Ενας επικήδειος, όμως, δεν μπορεί παρά να πείσει γιά τις αρετές του μακαρίτη, και την απώλεια που έφερε ο θάνατός του. Ενας πανηγυρικός λόγος θα δημιουργήσει εθνική έξαρση και συγκίνηση. Μιά διδαχή θα συνετίσει τον ακροατή, ώστε ν' ακολουθήσει το δρόμο της αρετής.

Διάλεξη. Στα ρητορικά είδη μπορούμε να περιλάβουμε και τη διάλεξη. Κατά βάση πρόκειται γιά μικρή μελέτη. Αλλά μελέτη που δεν διαβάζεται, αλλά ακούεται. Διάλεξη λέμε τη δημόσια ομιλία, που έχει σκοπό να εκλαϊκεύσει ένα θέμα: επιστημονικό, λογοτεχνικό, φιλολογικό, ιστορικό, κοινωνικό, πολιτικό, παιδαγωγικό, τεχνικό κλπ. Πρέπει, λοιπόν, η διάλεξη να λαβαίνει υπόψη της την ακουστική αντοχή του ακροατή. Να μην τον κουράζει. Να μην έχει τόση πυκνότητα, ώστε ο ακροατής να μην προλαβαίνει να σκεφτεί. H διάλεξη πρέπει ν' αποτελεί έναν ξεκούραστο συνδυασμό γραπτού και ρητορικού λόγου.
Στη χώρα μας οι πρώτες διαλέξεις άρχισαν στην Αθήνα, στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός» το 1865.


8. Η ΠΟIΗΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ ΣΤΟΝ ΠΕΖΟ ΛΟΓΟ
Εκτός από το ιδιαίτερο ύφος (στύλ), που χαρακτηρίζει τα πνευματικά δημιουργήματα του κάθε μεγάλου συγγραφέα, όταν αυτά τα διαποτίζει και το ποιητικό στοιχείο, αποκτούν ιδιαίτερη λάμψη. Ο πεζός λόγος τότε ανεβαίνει όλα τα σκαλοπάτια της αληθινής δημιουργίας και η ουσία του πεζού λόγου γίνεται ταυτόσημη της ποιητικής ουσίας. Ισως, μάλιστα, αυτό να είναι το κυριότερο συστατικό, που δικαιώνει τα μεγάλα, τα κλασικά έργα του πεζου λόγου της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

H ποίηση, που διαχέεται σε όλα τα έργα του Πλάτωνα και προπάντων στο «Συμπόσιον», τον «φαίδωνα» και τον «Κρίτωνα», αποτελεί το κυριότερο στοιχείο της διαρκούς νεότητάς τους σε αντίθεση με την ψυχρή, λογική και άκρως επιστημονική γλώσσα των κειμένων του Αριστοτέλη.

H μετάγγιση της ποιητικής ουσίας στις υδρίες του πεζού λόγου, μπορεί κάποτε να είναι μιά ποίηση, σε κάπως τραχιά πρώτη ύλη' δεν παύει όμως ποτέ να είναι μιά μορφοποίηση και μετουσίωση των τρόπων της ποιητικής τέχνης στους ιστούς του πεζου λόγου.

Ετσι, όταν το ιδιαίτερο ύφος, που στολίζει ένα έργο, διαποτίζεται και από την ποιητική ουσία, κατακτά ευκολότερα τα πολυδαίδαλα μονοπάτια της σύνθεσης και ανεβαίνει προς τις ιλιγγιώδεις κορυφές του καθάριου και αγνού πνεύματος. Βέβαια, φυσικός συνοδός πάντοτε ενός τέτοιου στοχασμού είναι η δημιουργική φαντασία, που περιβάλλει με περιαύγασμα ονείρου όλα τα πρόσωπα, τα πράγματα και τα γεγονότα, που αναπαρασταίνονται με τον πεζό λόγο.

9. ΤΟ ΒΙΩΜΑ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ
Το δυσκολότερο πρόβλημα γιά το λογοτέχνη δημιουργό παραμένει πάντοτε η αναπαράσταση, το παρουσίασμα, του βιώματος με το λόγο. H μορφοποίηση του ψυχικού σαλέματος με τις λέξεις' η δέσμευση του μεγάλου σκιρτήματος στα πλαίσια της μορφής. Αυτή είναι η πιό δύσκολη, η πιό οδυνηρή, η δραματικότερη στιγμή γιά τον καλλιτέχνη δημιουργό.
«Γιά το δημιουργό, πρώτο είναι το πρόβλημα το αιώνιο, της σχέσεως μεταξύ βιώματος και μορφής. Από το σκοτεινό μα και επιβλητικό εκείνο χάος, που σαλεύει βαθιά στην ψυχή την ώρα της δημιουργίας, τι μπορεί να περισώσει ο καλλιτέχνης κατά το στάδιο της μετάβασής του στα σαφή πλαίσια της μορφής και του λόγου; Κι εκείνο που χάθηκε, που ξέφυγε από τα δεσμά της μορφής και ξαναγύρισε αινιγματικά στη σιωπηλή πατρίδα του χάους, τι καημός γιά τον καλλιτέχνη που χάθηκε στο βάθος του ωκεανού»!
(Μιχ. Δ. Στασινόπουλος, «Σκέψη και ζωή», Δοκίμια και χρονικά 1970)

Το ίδιο παράπονο εκφράζει και ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος στο βιβλίο του «Χειρόγραφα της Μοναξιάς»: «Η καρδιά μου είναι γεμάτη από αστροφεγγιά. Μα δεν βρήκε ίσαμε τούτη τη στιγμή, τη λέξη που θα με εκφράσει. Ολα τα μεγάλα πράγματα δεν φτάνουν στα χείλη... Ο,τι στοχάζεται ο άνθρωπος μπορεί να το πεί. Μα ό,τι νιώθει κι όταν επιχειρήσει να το πεί, το παραλλάζει....».

Τον ίδιο καημό εκφράζει κι ο Καζαντζάκης στο έργο του «Αναφορά στον Γκρέκο»: «... Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερή του' κι ο πιό μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος' γιά πάντα το πιό βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάζεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης' πλαντούμε στην κάθε λέξη' βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μιά γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: "Αχ! και τίποτ' άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Οταν το "Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το, να το κάνουμε στοχασμό και τέχνη, να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα, γεμάτα αέρα και φαντασία !...».
Ετσι το πρόβλημα της σχέσης βιώματος και μορφής καταντάει να είναι ο εφιάλτης του λογοτέχνη δημιουργού - όπως και κάθε καλλιτέχνη - αλλά σύγχρονα γίνεται και ο φωτοστέφανος της κάθε πραγματικής δημιουργίας. Τη στιγμή που η καλλιτεχνική αξία του βιώματος θα υλοποιηθεί στα πλαίσια της μορφής και του λόγου, με τη συνεργία των «μαγικών» λέξεων και των διάφορων εκφραστικών μέσων - κατά ιδανικό τρόπο - τότε και μόνο σταματάει και η αγωνία του καλλιτέχνη, και δικαιώνεται η προσπάθειά του.
Το πραγματικά καλλιτεχνικό δημιούργημα, που οι προεκτάσεις του αγγίζουν όλες τις καρδιές, ξεπερνάει το χώρο και το χρόνο, καταξιώνεται από την ανθρωπότητα και γίνεται παγκόσμιο απόκτημα.
Από κείμενα του Θ.Ροδάνθη

από την ιστοσελίδα http://www.logotexnia.com/pezoslogos/pezoslogos.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: