~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
* από το 1988 * Τριάντα (30) xρόνια στο χώρο των εκδόσεων * στηρίζουμε τους δημιουργούς... και είμαστε δίπλα στους ανα-Γνώστες με αγάπη και σεβασμό στο βιβλίο.............. email: yfosmagazine@gmail.com
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Buchhandel Bowker Electre Informazioni Editoriali Micronet Nielsen Book Data

~~


"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΪΒΑΛΗ {από το 1988]

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΪΒΑΛΗ {από το 1988]
για επικοινωνία στα τηλ.: 22940 99125 & 210 8656.731 [καθημερινά 9.00 π.μ. με 9.00 μ.μ.] email:panosaivalis@gmail.com

Κάνουμε τις αγορές μας από τα καταστήματα της γειτονιάς μας

Powered By Blogger

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Τυπογραφικές και εκδοτικές εργασίες "Λούσιος"


ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚEΣ  ΕΡΓΑΣIΕΣ

εκτύπωση μικρού τιράζ


• Επαγγελματικές κάρτες
• Εταιρικά έντυπα

* Σφραγίδες
• Φάκελοι
• Βιβλία
• Ημερολόγια - Ατζέντες
• Αφίσες...και ό,τι άλλο έχει σχέση με εκτύπωση


     η πολύχρονη εμπειρία μας είναι η εγγύηση για ποιότητα στο έντυπο...
Φιλικές τιμές για τους φίλους μας του face book  - παράδοση στο χώρο σας.
Καθημερινά 9.00 το πρωί με 9.00 το βράδυ

    * Τηλ. 210 8656731,  22940 99125  (κ. Πέτρο) *  

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

“Οι ποιητές” “είναι οι κρυφοί νομοθέτες του κόσμου”.


Τέχνη και Φύση

24grammata.com/ Λόγος
γράφει ο Θεοδόσης Ν. Πελεγρίνης, καθηγητής Φιλοσοφίας, Πανεπ. Αθηνών.
“Οι ποιητές” έλεγε με την σπάνια ευαισθησία του ποιητή ο Πέρσυ Σέλλευ, “είναι οι κρυφοί νομοθέτες του κόσμου”. Ο αφορισμός αυτός θα μπορούσε να γενικευθεί και να πούμε πως οι καλλιτέχνες είναι οι κρυφοί νομοθέτες του κόσμου. Το ερώτημα, βέβαια, είναι πώς νομοθετούν οι καλλιτέχνες και, πρωτίστως, για ποιο πράγμα νομοθετούν.
Οι καλλιτέχνες -οι ποιητές, οι μουσικοί, οι ζωγράφοι, οι χορευτές, οι γλύπτες και ούτω καθεξής- έχουν ως αποστολή να δημιουργήσουν έργα -ποιήματα, μουσικές συνθέσεις, ζωγραφικούς πίνακες, αρμονικές κινήσεις, αγάλματα κ.ά.- με τέτοιο τρόπο, ώστε, παρατηρώντας τα κανείς, να μπορεί να συναισθανθεί μιαν ιδιαίτερη ευχαρίστηση, που συνηθίζομε να την ονομάζομε “αισθητική απόλαυση”. Είναι το συναίσθημα -και όχι το αίσθημα- της ικανοποίησης που νιώθομε από την παρουσία του ωραίου.
Την διαφορά μεταξύ αισθήματος και συναισθήματος μπορούμε να την καταλάβομε με το ακόλουθο παράδειγμα: ας υποθέσομε ότι ένας αριθμός ανθρώπων, κάτω από τις ίδιες, κανονικές συνθήκες, βλέπουν ένα στιλέτο με κόκκινη λαβή. Όλοι τους θα πρέπει να έχουν το ίδιο αίσθημα -το αίσθημα που προκαλεί η θέα ενός κόκκινου αντικειμένου. Αν κάποιος, βλέποντας το στιλέτο με την κόκκινη λαβή, ισχυριστεί ότι βλέπει ένα κίτρινο αντικείμενο. είμαστε υποχρεωμένοι να υποθέσομε κάποια ανωμαλία σχετικά με τον άνθρωπο αυτόν -μπορεί, ας πούμε, να έχει σοβαρό πρόβλημα στην όρασή του, μπορεί να μη ξέρει τι σημαίνει η λέξη “κίτρινο” και να έχει μάθει να την χρησιμοποιεί για να δηλώνει κόκκινα αντικείμενα, μπορεί να βρίσκεται υπό την επήρεια κάποιας ναρκωτικής ουσίας και ούτω καθεξής. Αντίθετα, είναι θεμιτό οι άνθρωποι αυτοί να βλέπουν το ίδιο αντικείμενο, ένα στιλέτο με κόκκινη λαβή, αλλά τα συναισθήματά τους να είναι διαφορετικά ο ένας ενδεχομένως να νιώθει αποστροφή, ο άλλος έλξη, κάποιος άλλος φοβία, τρόμο και ούτω καθεξής. Το αίσθημα, δηλαδή, υπόκειται σε αντικειμενικό έλεγχο, υπό την έννοια ότι η στάση του παρατηρητή απέναντι στο αντικείμενο υπαγορεύεται και δεσμεύεται από αυτό, κατ’ αντίθεση προς την περίπτωση του συναισθήματος, του οποίου η πηγή βρίσκεται μέσα στον παρατηρητή και, ως εκ τούτου, είναι ανεξάρτητο από το αντικείμενο που παρατηρεί αυτός. Έτσι δικαιολογείται πώς συμβαίνει για το ίδιο αντικείμενο οι άνθρωποι να έχουν διαφορετικά συναισθήματα.
Το πρόβλημα εγείρεται αναφορικώς προς την αισθητική απόλαυση που νιώθουν οι άνθρωποι όταν έρχονται αντιμέτωποι με αντικείμενα που χαρακτηρίζονται από την ομορφιά τους. Κάτω από τον γενικό όρο “αισθητική απόλαυση” εντάσσονται μια ποικιλία συναισθημάτων, όπως, λόγου χάριν, το συναίσθημα του φόβου που νιώθει κανείς παρακολουθώντας μια τραγωδία, ή το συναίσθημα της χαράς που νιώθει ακούγοντας το κελάηδημα ενός πουλιού, ή το συναίσθημα του δέους που νιώθει βλέποντας στην τηλεόραση ένα ηφαίστειο να εκρίγνυται, και ούτω καθεξής. Εύλογα μπορεί να διερωτηθεί κάποιος πώς είναι δυνατόν τόσο ετερόκλητα μεταξύ τους συναισθήματα να συνυπάρχουν στην περιοχή της αισθητικής απόλαυσης.
Το ερώτημα, εν προκειμένω, είναι, θα έλεγα, ανάλογο προς το ερώτημα που τίθεται αναφορικώς προς την συγκρότηση της κοινωνίας των ανθρώπων. Είναι γεγονός ότι μια κοινωνία αποτελείται από διαφορετικά μεταξύ τους ανθρώπινα πλάσματα, από όντα που έχουν διαφορετικές πεποιθήσεις, διαφορετικά ενδιαφέροντα, διαφορετικές φιλοδοξίες κ.λπ. Παρόλα αυτά, επειδή υπάρχουν νόμοι που ρυθμίζουν τις μεταξύ των σχέσεις, είναι δυνατόν οι άνθρωποι, αν και διαφέρουν προς αλλήλους, να συνθέτουν μιαν ενότητα -την κοινωνία. Κατά τρόπον ανάλογο, θα μπορούσαμε να εξηγήσομε ότι η συνύπαρξη ποικίλων, ετερόλητων μεταξύ τους συναισθημάτων είναι δυνατή στο πλαίσιο της αισθητικής απόλαυσης που νιώθομε από την παρουσία της ομορφιάς επειδή υπόκεινται σε ορισμένους κανόνες. Το ζήτημα, εν τοιαύτη περιπτώσει, είναι ποιος ορίζει τους κανόνες αυτούς, ποιος νομοθετεί.
Αναφορικώς προς την συγκρότηση της κοινωνίας φιλόσοφοι του 17ου και του 18ου αιώνα, όπως ο Χομπς, ο Λοκ ή ο Ρουσσώ ή υπέθεσαν ότι οι άνθρωποι, κάνοντας μια συμφωνία μεταξύ τους, ένα είδος σύμβασης, ένα κοινωνικό συμβόλαιο, ανέθεσαν σε κάποιον ηγεμόνα ή σε μια ομάδα ανθρώπων να συντάξει τους κανόνες βάσει των οποίων θα είναι υποχρεωμένοι να συμβιώσουν. Μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για την αισθητική απόλαυση; Μπορούμε να πούμε ότι είναι δημιούργημα κάποιων ανθρώπων οι κανόνες βάσει των οποίων ένα αντικείμενο μπορεί να χαρακτηρισθεί ωραίο και να μας κάνει, μέσω των διαφόρων συναισθηματικών καταστάσεων -της χαράς, της λύπης, του φόβου, του δέους κ.ά.- να νιώσομε αισθητική απόλαυση;
Από την εποχή των προσωκρατικών φιλοσόφων ήδη υποστηρίχθηκε η άποψη ότι η φύση. παρά τις αντιφάσεις της, είναι σε θέση να εξασφαλίσει τους κανόνες εκείνους που μπορούν να την καταστήσουν υπόδειγμα ομορφιάς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η φύση, το σύμπαν αποκαλείται από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους “κόσμος”, που σημαίνει ένα αρμονικό σύνολο πραγμάτων, ένα κόσμημα. Τα βασικά στοιχεία από τα οποία συγκροτείται ο κόσμος -το νερό, η γη, η φωτιά και ο αέρας- εξαιτίας της ανομοιογενούς ιδιοσυστασίας των βρίσκονται βέβαια σε μόνιμη σύγκρουση. Το νερό και η φωτιά, για παράδειγμα, επιζητούν το ένα να επιβληθεί πάνω στο άλλο και να το εξαλείψει. Είναι γεγονός ότι αν βάλομε δίπλα-δίπλα τη φωτιά και το νερό, το ένα από τα δυο στοιχεία θα διατηρηθεί και το άλλο θα εξαφανιστεί. Αν, όμως, παρά την διαμάχη μεταξύ των βασικών στοιχείων της φύσης, αυτά εξακολουθούν να υφίστανται και ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει, λέει ο Αναξίμανδρος, αυτό οφείλεται σε μια δύναμη που υπάρχει μέσα στην φύση -στην αρχή της δικαιοσύνης-, η οποία εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ των αντιμαχομένων στοιχείων της.
Ωστόσο, θα μπορούσαν να διατυπωθούν σοβαρές επιφυλάξεις για την ιδέα ότι ο φυσικός κόσμος, όπως τον όρισαν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως υπόδειγμα ομορφιάς. Ο Μπωντλαίρ αναφέρει ότι η ιδέα αυτή οφείλεται σε μια εξιδανίκευση της φύσης που δεν την αξίζει καθόλου. Αν σκύψομε από πάνω από την φύση “θα δούμε”, γράφει αυτός, “ότι δεν μας διδάσκει τίποτε,… αλλά ότι είναι αυτή που κινεί τον άνθρωπο να σκοτώνει τον συνάνθρωπό του, να τον τρώει, να τον φυλακίζει, να τον βασανίζει… Είναι αυτή η αλάνθαστη φύση που γέννησε την πατροκτονία, την ανθρωποφαγία και μύριες άλλες φρικαλεότητες που η σεμνότητα και η λεπτότητά μας μάς εμποδίζουν να τις ονομάσομε. Είναι η φιλοσοφία, είναι η θρησκεία που μας προστάζει να τρέφομε φτωχούς συγγενείς και ανάπηρους. Η φύση -που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η φωνή του συμφέροντός μας- μας παραγγέλει να τους αποτελειώσομε. Επιθεωρήστε. αναλύστε καθετί που είναι φυσικό, όλες τις πράξεις και τις επιθυμίες του απόλυτα φυσικού ανθρώπου, και δε θα βρείτε παρά τη φρίκη”. Για τον Μπωντλαίρ, η αρετή είναι “τεχνητή”, είναι “αποτέλεσμα της λογικής και του στοχασμού… είναι προϊόν τέχνης”, κατ’ αντίθεση προς το κακό που “γίνεται χωρίς προσπάθεια, φυσικά, μοιραία”. Όσα δε, ισχύουν για την αρετή και το καλό, θα μπορούσαν, λέει ο Μπωντλαίρ, να μεταφερθούν στην περιοχή του ωραίου. Δεν έχομε παρά να ανατρέξομε στις πρωτόγονες φυλές και να δούμε πως οι άγριοι πρόγονοί μας αναζητούν την ομορφιά όχι στην φύση, αλλά στην ανθρώπινη τέχνη, πως, ορισμένως,. “με τον αφελή πόθο τους για τα πολύχρωμα φτερά, για τα υφάσματα που παιχνιδίζουν, για το υπέροχο μεγαλείο των τεχνητών σχημάτων, μαρτυρούν την απέχθειά τους για το πραγματικό”, το φυσικό. Πρέπει, λοιπόν, αν θέλει πράγματι να συναντήσει κανείς την ομορφιά, να υψωθεί πάνω από την φύση, να την εγκαταλείψει, μια και εκείνη δεν υπάρχει σε αυτήν. Η ομορφιά βρίσκεται αλλού. Είναι τεχνητή. Είναι δημιούργημα της τέχνης και μόνον της τέχνης.
Ωστόσο, θα μπορούσε κανείς να υποδείξει πλήθος από πράγματα της φύσης που, κατά γενικήν ομολογία, τα αποκαλούμε ωραία. Το ηλιοβασίλεμα. ένα λουλούδι, μια λίμνη, μια κοιλάδα, τα σύννεφα με τα περίεργα, πολυσχιδή σχήματά τους στον ουρανό, ο ήχος του γρύλου και χιλιάδες άλλα πράγματα αποτελούν σταθερά σημεία αναφοράς της ομορφιάς. Ενίοτε, μάλιστα, ένα φυσικό αντικείμενο χρησιμοποιείται σαν μέτρο της ομορφιάς ενός καλλιτεχνήματος, ενός δημιουργήματος του ανθρώπου. Λέμε, παραδείγματος χάριν, για ένα λουλούδι που αναπαριστάνεται σε έναν ζωγραφικό πίνακα ότι μοιάζει με πραγματικό λουλούδι θέλοντας έτσι να εκθειάσομε την ομορφιά του.

Όμως υποστηρίζεται και το αντίθετο: πόσες φορές, επιχειρώντας να πείσομε κάποιον για την ομορφιά ενός φυσικού λουλουδιού δεν το παρομοιάζομε με ένα ψεύτικο λουλούδι που το ζωγράφισε ή το κατασκεύασε ένας καλλιτέχνης;
Το δίλημμα, λοιπόν, είναι αν η τέχνη μιμείται την φύση ή, αντίθετα, αν μιμείται η φύση την τέχνη.
Προσωπικά, θα υιοθετούσα την δεύτερη εκδοχή. Η τέχνη δεν μπορεί να μιμείται την φύση, γιατί η ομορφιά, που αποτελεί το αντικείμενο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, δεν υπάρχει στη φύση. Υποθέτομε ότι. δίπλα στις φυσικές ιδιότητες που αποδίδομε στα πράγματα που παρατηρούμε γύρω μας -τα χρώματά τους, τους ήχους των, την θερμοκρασία τους κ.λπ.-, υπάρχει και η ομορφιά τους. Πρόκειται, ωστόσο, επιτρέψτε μου να πω, για μιαν αυθαίρετη υπόθεση, που οφείλεται σε “μια παραπλανητική αναλογία” στην οποία παρασυρόμεθα από την κακή εκ μέρους μας ερμηνεία και χρήση της γλώσσας.
Ο Λούτβιχ Βιττγκενστάιν, από τους κορυφαίους φιλοσόφους του εικοστού αιώνα, είχε ορίσει την φιλοσοφία σαν “μια μάχη ενάντια στην γοητεία που ασκείται στη σκέψη μας μέσω της γλώσσας”, θέλοντας έτσι να πει ότι δεν είναι σπάνιες οι φορές που γοητευόμαστε από την φαινομενική ομοιότητα των λέξεων με αποτέλεσμα, στην συνέχεια, να προβαίνομε σε αυθαίρετες αναλογίες και ανεπίτρεπτους συσχετισμούς και αδικαιολόγητους συνειρμούς και αβάσιμες ερμηνείες και χρήσεις των λέξεων και των εκφράσεων.
Ας υποθέσομε, για παράδειγμα, δυο φράσεις: την πρόταση “το λουλούδι εκείνο είναι κόκκινο” και την έκφραση “το λουλούδι εκείνο είναι όμορφο”. Είναι σαφές ότι οι δυο αυτές φράσεις έχουν την ίδια γραμματική και συντακτική μορφή -και στις δυο περιπτώσεις υπάρχει ένα υποκείμενο, ένα κατηγορούμενο. ένα συνδετικό ρήμα, που εκφέρεται στο τρίτο ενικό πρόσωπο κ.λπ. Η ταυτότητα αυτή των δυο φράσεων μας ενθαρρύνει ώστε να επεκτείνομε ακόμη περισσότερο την ομοιότητά τους και να υποθέσομε ότι αυτές δεν διαθέτουν μόνο την ίδια γραμματική και συντακτική μορφή, αλλά έχουν και την ίδια σημασία, ότι, όπως δηλαδή με την πρόταση “το λουλούδι εκείνο είναι κόκκινο” επισημαίνομε μια φυσική ιδιότητα του λουλουδιού, κατά τρόπον ανάλογο με την φράση “το λουλούδι εκείνο είναι όμορφο” αυτό ουσιαστικά που κάνομε είναι να δηλώνομε μια φυσική ιδιότητά του.
Εάν, όμως, η ομορφιά είναι, όπως το χρώμα, μια φυσική ιδιότητα των πραγμάτων που παρατηρούμε γύρω μας, τότε θα έπρεπε με τον τρόπο που συλλαμβάνομε το κόκκινο χρώμα του λουλουδιού. να αντιλαμβανόμαστε και την ομορφιά του. Στην περίπτωση αυτή ορισμένως, όπως παρατηρώντας ένα κόκκινο λουλούδι συμφωνούμε όλοι μας για το χρώμα του, θα έπρεπε επίσης βλέποντας ένα λουλούδι να συμπίπτομε στην εκτίμηση ότι είναι όμορφο -πράγμα βέβαια που δεν συμβαίνει.
Προκειμένου να ξεπεράσουν την δυσκολία αυτή, Βρεταννοί φιλόσοφοι του 18ου αιώνα, όπως ο Φράνσις Χάτσηνσον, υπέθεσαν ότι, πέρα από τις πέντε γνωστές αισθήσεις, είμαστε εφοδιασμένοι με μιαν ακόμη, εσωτερική, αίσθηση, με την οποία αντιλαμβανόμεθα την ομορφιά των πραγμάτων που παρατηρούμε γύρω μας. Η υπόθεση αυτή βέβαια είναι αυθαίρετη.
Πρώτα από όλα το ερώτημα -πώς, αν πράγματι η ομορφιά είναι. όπως το κόκκινο χρώμα, μια φυσική ιδιότητα των πραγμάτων, συμβαίνει άλλοι από μας να την συλλαμβάνομε κι άλλοι όχι παραμένει ακόμη κι αν υπόθεσομε ότι διαθέτομε την εσωτερική αίσθηση για την οποία μίλησαν φιλόσοφοι όπως ο Χάτσηνσον. Έπειτα, αν πράγματι υπήρχε η εσωτερική αυτή αίσθηση με την οποία αντιλαμβανόμεθα την ομορφιά, δεν θα έπρεπε η επιστήμη, με την τεράστια ανάπτυξη που έχει εν τω μεταξύ σημειώσει, να την έχει επισημάνει και να έχει αναλύσει την φύση της και τον τρόπο λειτουργία της όπως έχει πράξει με τις άλλες πέντε φυσικές αισθήσεις μας;
Αλλά θα ήθελα να προσθέσω ότι η υπόθεση πως η ομορφιά είναι φυσική ιδιότητα των πραγμάτων που παρατηρούμε γύρω μας μπορεί να μας οδηγήσει σε ακόμη πιο σοβαρές πλάνες από εκείνη στην οποία περιέπεσαν φιλόσοφοι όπως ο Χάτσηνσον. Συγκεκριμένα, η υπόθεση αυτή ήταν ένας από τους λόγους ένεκα των οποίων ο Πλάτων αμφισβήτησε ως ακατονόητο τον κόσμο συλλήβδην, την ύπαρξη του οποίου αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας.
Συγκεκριμένα, το μόνο πράγμα που το μυαλό μας δεν μπορεί, τελικά, ανεχθεί είναι η αντίφαση. Μπορούμε να σκεφτούμε τα πιο αλλόκοτα πράγματα -ότι μπορεί να χιονίσει το καλοκαίρι, ότι υπάρχει ζωή στο διάστημα, ότι υπάρχουν ανθρώπινα πλάσματα με τρία πόδια, ότι θα μπορούσε να μην ισχύει ο νόμος της βαρύτητας, ότι είναι δυνατόν κάποτε ο άνθρωπος να δημιουργήσει γοργόνες ή να βρει το ελιξήριο της ζωής- αλλά μου είναι αδύνατον να σκεφτώ ότι θα μπορούσε ποτέ κάποιος την ίδια στιγμή να βρίσκεται σε δυο διαφορετικούς χώρους -στο πανεπιστήμιο και το σπίτι του, ας πούμε. Ενίοτε, ωστόσο, συμβαίνει οι άνθρωποι να αποφαίνονται για το ίδιο πράγμα ότι είναι ωραίο και ότι δεν είναι ωραίο. Αυτό, κατά τον Πλάτωνα, είναι αντιφατικό, όπως όταν λέμε ότι μια ολόλευκη κιμωλία είναι και δεν είναι λευκή. Είναι αντιφατικό και, ως εκ τούτου, λογικά αδύνατο να αποδίδει κανείς σε ένα αντικείμενο μια φυσική ιδιότητα και συγχρόνως να την αφαιρεί από αυτό. Επειδή δε ό.τι είναι λογικά αδύνατο δεν μπορεί να υπάρχει στην πραγματικότητα -ποιος, αλήθεια, μπορεί να δεχθεί ότι μπορεί να υπάρξει στον κόσμο πουθενά μια ολόλευκη κιμωλία με μια μαύρη γραμμή στην μέση-, ήταν επόμενο ο Πλάτων να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος που συλλαμβάνομε μέσω των αισθήσεών μας δεν μπορεί να υπάρχει και, στην θέση του- μας πρότρεψε να υποθέσομε την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου -του περίφημου κόσμου των ιδεών- ο οποίος αποτελείται από αντικείμενα που δεν έχουν καθόλου φυσικές ιδιότητες. Για τον Πλάτωνα, το τραπέζι αυτό που βρίσκεται μπροστά μου, πάνω στο οποίο ακουμπάω τα χέρια μου, αισθάνομαι, καθώς το αγγίζω, την σκληρότητά του και την θερμοκρασία του, βλέπω το χρώμα του και το σχήμα του, ακούω τον ήχο που προκαλείται όταν το κτυπάω και ούτω καθεξής δεν υπάρχει, αλλά υπάρχει ένα άλλο τραπέζι που δεν το έχω δει ποτέ με τα μάτια μου, που ουδέποτε το έχω αγγίξει ούτε έχω αντιληφθεί τίποτε άλλο από αυτό με καμιά από τις αισθήσεις μου. Στην σκέψη μας η υπόθεση αυτή του Πλάτωνος δεν είναι παρά ένα σκάνδαλο, στο οποίο οδηγήθηκε αυτός στην προσπάθειά του να μας προστατέψει από την αντίφαση στην οποία περιπίπτομε όταν πολλές φορές αποφαινόμαστε για τα πράγματα ότι μπορεί να είναι και μην είναι ωραία. Θα μπορούσε, όμως, να μας προστατέψει από την αντίφαση αυτή, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει στην σκανδαλώδη υπόθεση για την ύπαρξη του κόσμου των ιδεών, αν απλώς σκεφτόταν ότι η ομορφιά δεν είναι μια φυσική ιδιότητα των πραγμάτων όπως είναι ας πούμε, το χρώμα τους, αλλά ένας ορισμένος τρόπος προσέγγισής των.
Το ερώτημα, βέβαια, είναι σε τι συνίσταται ο ιδιαίτερος τρόπος προσπέλασης των πραγμάτων τον οποίον υπαγορεύει η ομορφιά. Χρειάστηκαν να περάσουν είκοσι δύο σχεδόν αιώνες από την εποχή του Πλάτωνος μέχρι να εμφανιστεί στην φιλοσοφική σκηνή ο πολύς Ιμμάνουελ Καντ για να δώσει αυτός την απάντηση στο πρόβλημα τούτο.
Ο Καντ διέκρινε τέσσαρις βασικές αρχές που πρέπει να κυριαρχούν στην σκέψη μας όταν προσεγγίζομε τα πράγματα αν θέλομε να νιώσομε την αισθητική απόλαυση που προκαλεί η ομορφιά. Πρόκειται ορισμένως για την ανιδιοτέλεια, την καθολικότητα, την σκοπιμότητα χωρίς σκοπό και την αναγκαιότητα.
Την αρχή της ανιδιοτέλειας θα μπορούσαμε να την καταλάβομε με το ακόλουθο παράδειγμα. Ας υποθέσομε ότι κατά την επίσκεψή του κάποιος σε μια πόλη παρατηρεί μεταξύ των αξιοθεάτων ένα κτήριο που η αρχιτεκτονική του τού προκαλεί ένα ευχάριστο συναίσθημα. Στην συνέχεια πληροφορείται ότι πρόκειται για το μεγαλύτερο και το πιο σύγχρονο νοσοκομείο της πόλης με τεράστια συμβολή στην αποκατάσταση της υγείας των πολιτών. Η πληροφορία αυτή του προκαλεί επίσης ένα συναίσθημα ικανοποίησης. Μεταξύ των δυο αυτών συναισθηματικών καταστάσεων, ωστόσο, υπάρχει ποιοτική διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση η απόλαυσή του είναι αποκλειστικώς προϊόν της θέας του κτηρίου, ενώ στην δεύτερη περίπτωση η ικανοποίηση του υπαγορεύεται από άλλους, πέρα από την θέα του κτηρίου, λόγους -από την συμβολή τού κτηρίου ως νοσοκομείου στην βελτίωση της υγείας των ανθρώπων. Από τα δυο αυτά είδη απολαύσεων εκείνο που προσιδιάζει στην ομορφιά είναι το πρώτο, η ανιδιοτελής απόλαυση, η οποία δεν παραπέμπει σε τίποτε άλλο πέρα από την θέα του κτηρίου.
Η ανιδιοτέλεια, όμως. που χαρακτηρίζει την αισθητική απόλαυσή μας, κατά τον Καντ, δεν περιορίζεται μόνο στον εαυτό μας, αλλά υποθέτομε ότι και κάθε άλλος άνθρωπος, αντικρύζοντας το κτίριο αυτό κάτω από τις ίδιες συνθήκες, θα ένιωθε την ίδια ανιδιοτελή τέρψη. Η αρχή της καθολικότητας, εν προκειμένω, είναι βασικό κριτήριο για να αντιδιαστείλομε την αισθητική απόλαυση που προκαλεί η ομορφιά προς άλλες απολαύσεις στην ζωή μας. Κατ’ αντίθεση, δηλαδή, προς την απόφανση μου για ένα κτήριο που ισχυρίζομαι ότι είναι ωραίο, όταν λέω ότι μου αρέσουν οι φράουλες, δεν εκφράζω συγχρόνως κανένα αίτημα ότι θα πρέπει και οι άλλοι άνθρωποι δοκιμάζοντας φράουλες να αισθάνονται την ίδια μ’ εμένα απόλαυση.
Αναφορικώς προς την τρίτη αρχή, την σκοπιμότητα χωρίς σκοπό όπως την χαρακτηρίζει ο Καντ, η οποία πρέπει να διέπει τη αισθητική απόλαυση που μας προκαλεί η ομορφιά, ας σκεφτούμε την ικανοποίηση που μας προσφέρει ένα ρολόι και την τέρψη που νιώθομε από έναν ζωγραφικό πίνακα. Στην περίπτωση του ρολογιού ξέρω ότι αυτό έχει κατασκευαστεί από έναν τεχνίτη για έναν συγκεκριμένο σκοπό -να μας δείχνει την ώρα. Η ικανοποίηση από το ρολόι προκαλείται, εφ’ όσον αυτό πληροί τον συγκεκριμένο σκοπό για τον οποίο κατασκευάστηκε. Στην περίπτωση όμως του ζωγραφικού πίνακα νιώθω αισθητική απόλαυση από την γενική και αόριστη ιδέα ότι φτιάχτηκε μόνο και μόνο για να μας τέρπει χωρίς να χρειάζεται να έχω υπ’ όψη του τις συγκεκριμένες προθέσεις ή τους ειδικούς στόχους του καλλιτέχνη.
Μπορεί βέβαια, σημειώνει ο Καντ, η αισθητική απόλαυση που νιώθομε από την ομορφιά να είναι ανιδιοτελής και να μη δεσμεύεται από έναν συγκεκριμένο κάθε φορά σκοπό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ότι είναι έωλη, συμπτωματική, κατά συμβεβηκός όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Απεναντίας, νιώθοντας την αισθητική απόλαυση που προκαλεί η ομορφιά, υποθέτομε ότι πρέπει κιόλας, ότι είναι ανάγκη επίσης να την νώθομε.
Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι οι τέσσαρις αυτές αρχές -η ανιδιοτέλεια, η καθολικότητα, η σκοπιμότητα χωρίς σκοπό και η αναγκαιότητα- που, κατά τον Καντ, συνιστούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να νιώσομε την αισθητική απόλαυση που προκαλεί η ομορφιά είναι πολύ γενικές. Μοιάζουν, αν θα μπορούσαν, να μεταχειριστώ μια παρομοίωση, με τις γενικές διατάξεις του συντάγματος, οι οποίες είναι αναγκαίες μεν για μια σύγχρονη κοινωνία, αλλά όχι αρκετές προκειμένου να λειτουργήσει αυτή. Χρειάζονται, πέρα από τις γενικές αρχές του συντάγματος, και οι νόμοι που εισηγείται ο κοινός νομοθέτης. Στην περίπτωση της αισθητικής απόλαυσης, οι νομοθέτες που εισάγουν τους νόμους εκείνους οι οποίοι σε συνδυασμό με τις γενικές αρχές που διατύπωσε ο Καντ, θα μας επιτρέψουν να νιώσομε την αισθητική απόλαυση που μπορεί να προκαλέσει η ομορφιά, είναι οι καλλιτέχνες.
Οι καλλιτέχνες είναι, όπως ανέφερα ανοίγοντας την ομιλία μου, οι κρυφοί νομοθέτες του κόσμου. Κρυφοί, γιατί οι νόμοι, μέσω των οποίων μας καλούν να νιώσομε την αισθητική απόλαυση που μπορεί να προκαλέσει η ομορφιά, δεν εξαγγέλλονται ευθέως από αυτούς, αλλά προβάλλονται υπαινικτικά μέσα από τα έργα της τέχνης των. Κάθε έργο τέχνης μας υποδεικνύει κι έναν τρόπο για να βιώσομε την αισθητική απόλαυση -έναν πρωτότυπο, θα ήθελα να υπογραμμίσω, τρόπο.
Με τα έργα τους οι καλλιτέχνες δηλαδή δεν επιχειρούν να αναπαραστήσουν τον κόσμο όπως πράγματι αυτός υφίσταται. “Ποιος θα τολμούσε”, κραυγάζει ο Μπωντλαίρ, “να αναθέσει στην τέχνη το στείρο έργο να μιμηθεί την φύση;”. Οι καλλιτέχνες αναζητούν δρόμους διαφυγής από την περιοχή της φύσης και επιζητούν να μας υποδείξουν πώς αλλιώς θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είναι ο κόσμος. Ο Σαίξπηρ στο “Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας” λέει για τον ποιητή ότι το μάτι του, “βόσκοντας σε άλλη νόστιμη τρέλα, πηδά από τον ουρανό στην γη και από την γη στον ουρανό και ό,τι μορφές πραμάτων άγνωστων η φαντασία πλάθει η πένα του σε σχήμα τις τορνεύει και στο αιθέριο τίποτα δίνει μια θέση για να στέκεται κι ένα όνομα”. Με ανάλογο τρόπο οι ζωγράφοι μεταχειρίζονται τα σχήματα και τα χρώματα, οι μουσικοί τους αρμονικούς ήχους, οι γλύπτες τα αγάλματα και όλοι οι άλλοι καλλιτέχνες τα δημιουργήματα τους, για να δώσουν υπόσταση στα πλάσματα της φαντασίας και του ονείρου.
Ο κόσμος των ποιημάτων, των μυθιστορημάτων, των μουσικών συνθέσεων, των ζωγραφικών πινάκων, των αγαλμάτων, των χορευτικών κινήσεων και όλων των άλλων μορφών της τέχνης είναι ένας κόσμος που δεν αναπαριστά την φυσική πραγματικότητα και, ως εκ τούτου, η ύπαρξή του δεν προσθέτει τίποτε σε αυτήν. Η φύση, αν κατορθώναμε να διαγράψομε τον κόσμο της τέχνης, θα εξακολουθούσε ως προς την έκτασή της να είναι η ίδια. Απλώς ο κόσμος της τέχνης μας έχει μάθει να αντιλαμβανόμαστε την φυσική πραγματικότητα διαφορετικά από τον τρόπο που την συλλαμβάνομε με τις φυσικές αισθήσεις μας. Διερωτώμαι αν από την ιστορία του ανθρώπου απουσίαζε εντελώς η τέχνη, αν κανείς μας θα μπορούσε να νιώσει την ομορφιά του ηλιοβασιλέματος, λόγου χάριν, και δεν θα το έβλεπε μόνο σαν ένα καθαρά φυσικό φαινόμενο.
Είναι με αυτήν την σημασία, θα ήθελα να πω, που η φύση μιμείται την τέχνη: όχι με το νόημα ότι η φύση αντιγράφει την τέχνη, αλλά με την έννοια ότι η τέχνη μας έχει μάθει, ύστερα από τόσους αιώνες εξοικείωσής μας μαζί της, να προσεγγίζομε διαφορετικά την φύση έτσι, ώστε παρατηρώντας τα πράγματα που υπάρχουν σε αυτήν και τα γεγονότα που εκδηλώνονται σε αυτήν, να νιώθομε την αισθητική απόλαυση που μπορεί να προκαλέσει η ομορφιά -κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ζωή μας. Γιατί μπορεί να μην την αυξάνει, την κάνει όμως καλύτερη έτσι, που να μπορούμε μετά βεβαιότητος να πούμε ότι, χωρίς την ομορφιά και την αισθητική απόλαυση που μας προσφέρει αυτή, η ζωή μας δεν θα ήταν υποφερτή ή, για να χρησιμοποιήσω τον σχετικό όρο του Πλάτωνος, δεν θα ήταν βιωτή.
Ο απλός ασπιδοποιός που συνάντησε ο Σωκράτης στην αγορά του 5ου προ Χριστού αιώνα φαίνεται να το είχε καταλάβει τούτο. Γι’ αυτό και όταν, έχοντας τελειώσει την κατασκευή μιας ασπίδας, τον ρώτησε απορημένος ο Σωκράτης, γιατί επέμεινε να ασχολείται με αυτή, εκείνος του απάντησε ότι δεν του αρκούσε να φτιάξει μια γερή ασπίδα -ήθελε να την κάνει να φαίνεται και ωραία.
πηγή: www.kostasbeys.gr και για  την αντιγραφή: www.antifono.gr

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

"Η ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος & Μεγαλοπόλεως" Οι Επίσκοποι και Μητροπολίτες της.


Από την Ιερά Μητρόπολη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κυκλοφόρησε το βιβλίο με τίτλο "Η ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος & Μεγαλοπόλεως" Οι Επίσκοποι και Μητροπολίτες της. Στις 200 σελίδες του το βιβλίο γραμμένο από τον Αρχιμανδρίτη π. Ιακώβου Κανάκη, Πρωτοσύγκελου Ι. Μ. Γόρτυνος & Μεγαλοπόλεως και με πρόλογο του Μητροπολίτη  Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως  Ιερεμία Φούντα. Αναφέρεται στην ιστορία της Μητρόπολης  Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, στους Επισκόπους - Μητροπολίτες που εργάσθηκαν για την πνευματική ανύψωση

του ποιμνίου τους. Ο συγγραφέας του βιβλίου με ιδιαίτερο ζήλο χρησιμοποίησε πλούσια βιβλιογραφία και μαρτυρίες  στην έρευνά του και εμπεριστατωμένα έδωσε ένα αξιόλογο βιβλίο καταγραφής της επαρχίας  Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως. Το βιβλίο περιέχει πολλές φωτογραφίες που βοηθούν τον αναγνώστη, όπως και επιστολές του Φώτη Κόντογλου.

Τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου θα διατεθούν για τις ανάγκες των γερόντων, απόρων και για τα συσσίτια για τους φτωχούς της επαρχίας  Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως.
Τέλος να αναφέρουμε ότι το βιβλίο αφιερώνεται στον ιστορικό και συγγραφέα Τάσο Α. Γριτσόπουλο που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

ΟΜΗΡΟΣ (Ιλιάς) του ΠΟΛΥΒΙΟΥ Π. ΜΑΡΓΙΑ

Β Ι Β Λ Ι Ο Κ Ρ Ι Σ Ι Α
Από τον ΛΕΥΤΕΡΗ ΤΖΟΚΑ*



ΟΜΗΡΟΣ (Ιλιάς)
του ΠΟΛΥΒΙΟΥ Π. ΜΑΡΓΙΑ
"Ο Διαχρονικός Δάσκαλος"



ΈΣΚΥΨΕ με πολλή αγάπη, σεβασμό και μεράκι στην «Ιλιάδα» του Ομήρου, ο κ. Πολύβιος Π. Μαργιάς, ανώτατος στρατιωτικός της Πολεμικής Αεροπορίας και μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, αλλά και σε άλλα αρχαία κείμενα που αναφέρει στη Βιβλιογραφία του, για να μας φέρει στο φως το ξεχωριστό έργο του με τίτλο «ΟΜΗΡΟΣ (Ιλιάς) – Ο Διαχρονικός Δάσκαλος». Είναι σε πολύχρωμο εξώφυλλο, μεγάλο σχήμα 8ον κι έχει 528 σελίδες. Το βιβλίο του ο συγγραφέας κ. Πολύβιος Π. Μαργιάς αφιερώνει στον πατέρα του Παναγιώτη, «τον πρώτο διδάξαντα, τα ορθά και χρήσιμα, για μένα και την Ελλάδα∙ αλλά και στης γνώσεως τα μονοπάτια με οδήγησε.
Και στη Μάνα μου Αντιόπη, η οποία με δίδαξε αντρίκια να σκέπτομαι και να φέρομαι», θα μας πει στην πρώτη σελίδα και θα συμπληρώσει: «Ευχαριστώ από καρδιάς, τον γιο μου Παναγιώτη – Εύανδρον για την πολύτιμη βοήθειά του, τη γυναίκα μου Χάρη και τον έτερον γιο μου Φιλοποίμενα για την συμπαράστασή τους! Τις γας Ομηρείοις αντιφέροιτο λόγοις». Διαπίστωση: Στην Οικογένεια Μαργιά περισσεύουν τα αρχαιοελληνικά ονόματα. Νάναι όλοι τους καλά!...
ΕΣΚΥΨΑ κι εγώ στο πολυσέλιδο έργο του κ. Πολύβιου Μαργιά καθώς ανακαλύπτω στα περιεχόμενα ότι θα μελετήσουμε 118 θέματα. Όλα μέσα απ’ την «Ιλιάδα» του Ομήρου, που με περισσή χάρη και εδραιωμένη θέση τεκμηριώνει τα γραφόμενά του. 
Τα «Λόγια του Συγγραφέως» εστιάζουν την προσοχή μας: «Όταν έγινα 13 ετών και παρακολουθούσα την Β΄ τάξη του Γυμνασίου Τριπόλεως, ευρήκα, κάποια ημέρα, ένα ωραίο βιβλίο επάνω στο τραπέζι του σαλονιού του πατρικού σπιτιού μας. Το άνοιξα με λαχτάρα να ιδώ τι ήταν και είδα στο πρώτο εσωτερικό φύλλο (το εξωτερικό δεν είχε τίτλο) «ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ», τα έχασα! Ποιός άραγε είχε βάλει εκεί το βιβλίο; Ποιός το διάβαζε; Από το Δημοτικό είχα μάθει αρκετά πράγματα από τον δάσκαλο, για εκείνο τον πόλεμο και από ιστορίες, που έλεγε ο πατέρας μας τις χειμωνιάτικες νύχτες. Αχιλλεύς, Αγαμέμνων, Αίας, Νέστωρ, Οδυσσεύς, Πρίαμος, Έκτωρ, Πάρις, Αινείας, κυκλοφορούσαν με θαυμασμό μέσα στα μονοπάτια της ΜΝΗΜΗΣ!».
ΑΝΑΔΡΟΜΗ στα χρόνια εκείνα κάνουμε κι εμείς σήμερα, μεσ’ απ’ το καλό βιβλίο του κ. Πολύβιου Π. Μαργιά που λέει: «Θέλω να πιστεύω, πως ο Όμηρος στα έπη του, απεικόνισε, συμπυκνωμένη, όλη την παράδοση και ΓΝΩΣΗ, της ανθρώπινης ζωής και σκέψης, αφήνοντας ένα ολοκληρωμένο Αρχείο – Βιβλίο Ευαγγέλιο, για τους ερχόμενους…».
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ της Ιλιάδας, οι συνήθειες, οι κακοδαιμονίες, οι Θεοί, οι Ημίθεοι, οι Ομηρικές προτάσεις και λέξεις, το αρχαίο κείμενο με την εξήγησή του, περνούν μέσα από το έργο του κ. Πολύβιου Μαργιά. Είναι χρήσιμο ανάγνωσμα και πιστεύω να χρησιμεύσει στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο για τα Σχολικά Αναγνώσματα, απ’ την περιεκτικότητά του. Συμπληρώνει ακόμη με φωτογραφίες. Τον Θείο Όμηρο, τη Μούσα και τις πόλεις με τους αρχηγούς που πήραν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο καταγράφει. Αλλά και τα καράβια τους στην πολιορκία. Είναι χρήσιμο το βιβλίο του κ. Πολύβιου Π. Μαργιά, απ’ την πρωτοτυπία του. Θα μάθει πολλά ο αναγνώστης που θα σκύψει, στη μελέτη, θα έχει μεγάλο το όφελος!...
Τα Ομηρικά Έπη πάντα ελκύουν….
ΛΕΥΤΕΡΗΣ Β. ΤΖΟΚΑΣ
Πρόεδρος Ε. ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

http://arkadika.blogspot.com/2010/11/blog-post_15.html

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο της Ράνιας Γέροντα




Ένα οδοιπορικό στην παραλίμνια Ελβετία. Από το Λουγκάνο στη Λουκέρνη και το Σαιν Μόριτζ, τη Ζυρίχη και τη λίμνη Maggiore. Σαν μια ανάσα φρέσκου αέρα η Ελβετία αναζωογονεί την πεσμένη ψυχική και πνευματική διάθεση.

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Αγώνας για την διατήρηση της ελληνικής γλώσσας στην Αυστραλία

Σιγά, σιγά επαναπαυμένοι στα κεκτημένα δικαιώματα, ανακαλύπτουμε ότι η επανάπαυση έχει σαν αποτέλεσμα το βραβείο της ετικέτας λήξης.

Η εφημερίδα “Νέος Κόσμος” ξεκινά εκστρατεία συγκέντρωσης υπογραφών, που θα σταλούν στην υπουργό Παιδείας και θα κατατεθούν στο εθνικό Κοινοβούλιο από τους ομογενείς μας πολιτικούς. Αναφερόμενος στη συγκεκριμένη εκστρατεία, ο ομογενής εκπαιδευτικός και σχολιαστής, Κυριάκος Αμανατίδης, αναφέρει μεταξύ άλλων: “Εμείς, στην ελληνική παροικία της Μελβούρνης, αρεσκόμαστε να επαναλαμβάνουμε κάθε τόσο, και να καμαρώνουμε, όταν πολιτικοί επισκέπτες από την Ελλάδα μας διαβεβαιώνουν, ότι η Μελβούρνη είναι η τρίτη σε ελληνικό πληθυσμό πόλη. Καλό είναι να καμαρώνουμε για τον όγκο, και την ελληνικότητα, της ομογένειας της Μελβούρνης. Όμως, θα ήταν ακόμη καλύτερο, αν τα εγκωμιαστικά μας λόγια συνοδεύονταν και από συντονισμένες ενέργειές μας, από τη μια για τη διασφάλιση των κεκτημένων, και από την άλλη για την επαύξησή τους στο μέλλον.
Το ότι σήμερα καλούμαστε σε κινητοποίηση, για να αποτρέψουμε τον ολοκληρωτικό εξοβελισμό της γλώσσας μας από τα δημόσια σχολεία της Αυστραλίας, έρχεται ως επιβεβαίωση της τέλειας αδράνειάς μας στο άμεσο παρελθόν. Με τον ενθουσιασμό και το δυναμισμό που διέκρινε την παροικία μας στις δεκαετίες του 1970 και 1980, και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η ελληνική γλώσσα είχε εισαχθεί σε μεγάλο αριθμό σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και σε όλα πανεπιστήμια της Μελβούρνης. Την περίοδο εκείνη, η ελληνική παροικία, ως η δεύτερη σε αριθμό μη αγγλοσαξονική εθνοτική ομάδα, μετά την ιταλική, είχε αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που άρχισαν να παρουσιάζονται, με αποτέλεσμα η γλώσσα μας να έχει πάρει επάξια τη θέση της στα σχολικά προγράμματα. Εκείνη η περίοδος θα μπορούσε να είχε χαρακτηρισθεί ως η χρυσή τριακονταετία της ελληνομάθειας.
Η πτώση στον αριθμό των δημοσίων σχολείων που προσφέρουν προγράμματα ελληνικής γλώσσας, αλλά και στον αριθμό των μαθητών που τα παρακολουθούν, γίνεται αισθητή, όταν δούμε τα ακόλουθα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου. Το 1991 στη Βικτώρια η ελληνική γλώσσα διδασκόταν σε 38 Δημοτικά σχολεία και σε 49 Γυμνάσια, σύνολο 87 σχολεία, με 7.347 μαθητές και στα δύο επίπεδα. Το 2008 οι αντίστοιχοι αριθμοί ήταν 17 δημοτικά σχολεία και 8 Γυμνάσια, σύνολο 25 σχολεία, με 3.892 μαθητές και στα δύο επίπεδα. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να μας απασχολήσουν ως παροικία, ώστε να διερευνήσουμε τα αίτια που οδήγησαν σε αυτήν την πτώση, αν θέλουμε να λάβουμε όχι μόνο προληπτικά μέτρα για την αποφυγή περαιτέρω απωλειών, αλλά και πρωτοβουλίες για αποκατάσταση των προηγουμένων επιτευγμάτων.
Η ελληνική γλώσσα έχει σχεδόν εξοβελιστεί από τα δημόσια σχολεία, για να δώσει τη θέση της σε γλώσσες όπως η Γαλλική, η Γερμανική, η Ιαπωνική, η Κινέζικη, η Ινδονησιακή, η Κορεάτικη, και η Βιετναμέζικη. Και όμως, σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 2006 από τη Στατιστική Υπηρεσία Αυστραλίας, η ελληνική είναι μεταξύ των πρώτων γλωσσών που ομιλούνται στο σπίτι, παράλληλα με την Αγγλική. Στη Βικτώρια 20% του πληθυσμού ομιλεί και μια άλλη γλώσσα στο σπίτι, εκτός της Αγγλικής. Για όλες τις ηλικίες, η ελληνική έρχεται τρίτη μεταξύ των ξένων γλωσσών που ομιλούνται στο σπίτι. Αυτό δείχνει πως για τις ελληνικές οικογένειες η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας έχει μεγάλη σημασία. Και όμως, τα κρατικά σχολεία δεν λαμβάνουν υπόψη τους αυτήν την επιθυμία των Ελλήνων γονέων, επιλέγοντας γλώσσες όπως η Γαλλική, η Γερμανική, η Ιαπωνική, η Ινδονησιακή και η Κορεάτικη, που δεν είναι παροικιακές γλώσσες, αλλά επιλέγονται για εμπορικούς λόγους ή λόγω της γεωγραφικής θέσης των χωρών προέλευσής τους.
Με άλλα λόγια, επειδή είναι ασιατικές γλώσσες. Παρόλο που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτούς τους παράγοντες, κρίνω πως είναι απαράδεκτο η Πολιτεία της Βικτώριας, αλλά και η Αυστραλία ως χώρα, να παραβλέπει το καίριο ενδιαφέρον της τρίτης μεγαλύτερης εθνοτικής ομάδας για τη διατήρηση της γλώσσας της. Όταν σε αυτόν το λόγο προσθέσουμε και τη διαχρονική επίδραση της ελληνικής γλώσσας επί της Αγγλικής, διαπιστώνουμε πως υπάρχει και ένας σημαντικός γλωσσολογικός λόγος για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας.
Εδώ αξίζει να μεταφέρω απόσπασμα από το βιβλίο του Καθηγητή Γιώργου Καναράκη "ΔΙΑΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ" … εκεί που η επίδρασή της Αγγλικής αποκαλύπτεται με εντυπωσιακή θαλερότητα αλλά και διαχρονικότητα είναι το λεξιλογικό επίπεδο. Βεβαίως δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Λατινική επίδραση υπερτερεί της Ελληνικής σε διάρκεια και έκταση.
Από την άλλη όμως πλευρά θα πρέπει να εγγράψουμε στο ενεργητικό της ελληνικής γλώσσας το ότι στις ανθρωπιστικές επιστήμες και σε πολλούς άλλους εξειδικευμένους τομείς γνώσης, η Ελληνική έχει προσφέρει αφενός δάνεια ύψιστης αξιολογικής βαρύτητας, αφετέρου, στους τομείς αυτούς, την πλειονότητα των όρων σε σύγκριση με τη Λατινική (όπως και με κάθε άλλη γλώσσα), και ως εκ τούτου, περισσότερο από τη Λατινική, έχει καταστεί η γλώσσα της επιστήμης (ιατρικής, βοτανολογίας, ζωολογίας, κ.ά.), της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας, των τεχνών, κ.λπ. Επιπροσθέτως, εκτός από την καθαρά άμεση επίδραση της Ελληνικής (δάνεια σε ανεξάρτητη και εξαρτημένη μορφή), ένας μεγάλος αριθμός λατινικών, καθώς και λατινογενών (συχνά από τη Γαλλική) λέξεων και μικρότερων λεξικών στοιχείων που έχουν εμπλουτίσει την Αγγλική είναι ελληνικής προέλευσης, αν και από παρερμηνεία συχνά πιστώνονται εσφαλμένα στη Λατινική’.
Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία της Βικτώριας, αλλά και της Αυστραλίας γενικά, δεν επιβάλλεται μόνο για δημογραφικούς λόγους, δηλαδή επειδή η ελληνική παροικία είναι τρίτη σε αριθμό εθνοτική ομάδα στην Αυστραλία, αλλά και για καθαρά γλωσσολογικούς λόγους. Οι μαθητές, και όχι μόνο ελληνικής καταγωγής, που διδάσκονται την ελληνική γλώσσα, δεν μαθαίνουν μόνο μια δεύτερη γλώσσα, αλλά αποκτούν και δεξιότητες που τους βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση δύσκολων όρων της Αγγλικής, καθώς επίσης και καλύτερη εκτίμηση του πολιτισμικού της υπόβαθρου. Γιατί όταν οι μαθητές εξοικειωθούν με τις ελληνικές ρίζες λέξεων, όπως democracy, plutocracy, philosophy, tragedy, drama, theatre, comedy, theology, economy, ecosystem, και τόσες άλλες, θα αποκτήσουν μια νέα προοπτική της αγγλικής γλώσσας.
Στην κινητοποίηση για την προώθηση της γλώσσας μας στα κρατικά σχολεία, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε όλα τα στοιχεία, ιστορικά, δημογραφικά, γλωσσολογικά, πολιτιστικά, κ.λπ., τα οποία θα πείσουν τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων πως κίνητρό μας δεν είναι μόνο συναισθηματικοί λόγοι, αλλά και καθαρά εκπαιδευτικοί και πολιτιστικοί. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να μιλάμε απλώς για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, αλλά για μάθημα ελληνομάθειας, με όλη την πολυεδρικότητα και διαχρονικότητα που ο όρος αυτός υποδηλώνει”.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Σ. Χατζημανώλης
http://www.voiceofgreece.gr/omogeneiako-deltio/agonas-gia-tin-diatirisi-tis-ellinikis-glossas-stin-aystralia.htm

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

"Το Σύγχρονο Ανθρωπορυχείο: Διεθνείς Σχέσεις" του Παναγιώτη Καραφωτιά

ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

"Το Σύγχρονο Ανθρωπορυχείο: Διεθνείς Σχέσεις"
του Παναγιώτη Καραφωτιά
Εκδόσεις: Γκοβόστη, Αθήνα 2010


Σήμερα οι διεθνείς σχέσεις διαμορφώνονται από κρατικούς, παρακρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς, που παίζουν την ελπίδα στο παγκόσμιο χρηματιστήριο, εκεί όπου ξεπουλιέται από τους προνομιούχους για λόγους κερδοσκοπίας, στο πλαίσιο πολεμικών συγκρούσεων, κοινωνικού αποκλεισμού, τρομοκρατίας, εγκληματικότητας, προσφυγιάς και εμπορίας ανθρώπων, όπλων, ναρκωτικών, επιδημικών ιών και όποιου άλλου δεινού περιέχει το «Κουτί της Πανδώρας».
Ο συγγραφέας, με ενάργεια, παρρησία και αίσθημα υπευθυνότητας, πραγματεύεται επίκαιρα και καίρια θέματα, όπως είναι η διαχείριση του φόβου και της ισχύος, η θρησκευτική βία, η διαφθορά και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Καταγγέλλει τους πολέμους στη Γιουγκοσλαβία και στο Ιράκ και αναφέρεται στην παρούσα οικονομική κρίση, στην ειρηνική διευθέτηση των διενέξεων, στο διεθνές έγκλημα της γενοκτονίας, στη διεθνή τρομοκρατία και στον παγκόσμιο αφοπλισμό.
Παρουσιάζει το ρόλο του ΟΗΕ σε σχέση με τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα, την αειφόρο ανάπτυξη και τις φυλετικές διακρίσεις, ενώ δεν παραλείπει να θίξει ευαίσθητα θέματα όπως είναι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα με ειδικές ανάγκες και ο σεξισμός εις βάρος των γυναικών.
Ασχολείται, επίσης, με την παγκοσμιοποίηση και τη διεθνή νομιμότητα, τον Τρίτο Κόσμο και την Ευρώπη, την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, το ρόλο των ΜΜΕ, τη διεθνή διάσταση του ελληνικού εμφύλιου, καθώς και με την απειλή μιας νέας παγκόσμιας σύρραξης που πλανάται πάνω από το σύγχρονο κόσμο.
Καλοτάξιδο να είναι το βιβλίο του εκλεκτού συμπατριώτη μας Αρκά  Παναγιώτη Καραφωτιά και συνεργάτη μας στην εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα".
                                                      
                                                                           * * *
Βιογραφικό του συγγραφέα
Ο Παναγιώτης Ι. Καραφωτιάς γεννήθηκε στις Κολλίνες Αρκαδίας. Σπούδασε στην Αμερική και στη Γαλλία. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών (ΒS) του Πανεπιστημίου του Ιλινόι, αριστούχος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων (ΜΑ) του Πανεπιστημίου της Νέας Yόρκης και απόφοιτος του Τρίτου Κύκλου Κοινωνικής και Οικονομικής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Παρισίων (IEDES).
Εργάστηκε στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα σε σημαντικές θέσεις και, επιπλέον, διετέλεσε επί είκοσι τρία χρόνια Σύμβουλος και Διευθύνων Σύμβουλος στο Γραφείο του ΟΗΕ για την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ.
Μεταξύ άλλων ανέλαβε την πρωτοβουλία συνεργασίας του ΟΗΕ με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, και ιδιαίτερα με τα ειρηνιστικά κινήματα.
Από το 2001 είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων (και από το 2003 πρόεδρος του Τομέα) στο Πανεπιστήμιο Ινδιανάπολης στην Αθήνα.
Έχει συγγράψει δύο επιστημονικά βιβλία, το ΟΗΕ: Ο Μέγας Παρεξηγημένος (Εκδόσεις Γκοβόστη) και το Επισημάνσεις σε Καίρια Διεθνή και Εθνικά Θέματα, καθώς και έξι βιβλία ποίησης και ένα πεζό.
Επίσης, έχει δημοσιεύσει δεκάδες άρθρα στον ελληνικό Τύπο και έχει πραγματοποιήσει πολυάριθμες διαλέξεις για διεθνή θέματα. Έχει τιμηθεί για το έργο του στον ΟΗΕ και τα Γράμματα σε εθνικό, αλλά και διεθνές, επίπεδο.

*δείτε επίσης στην εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα" :
"Παρουσίαση των δυο βιβλίων του Παναγιώτη Ι. Καραφωτιά στον «ΠΑΡΝΑΣΣΟ», Πλατεία Καρύτση"
http://arkadiko.blogspot.com/2010/06/blog-post_04.html

* όπως και στην  έντυπη μορφή της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα" αρ. φύλλου 214 - Μάιος 2010, σελ. 8